ΠΡΑΣΙΝΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ (αρχείο)
ΠΡΑΣΙΝΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
ΒΑΣΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ
ΓΙΑ ΤΑ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ
(Κείμενο - Βάση για συζήτηση)
ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ:
1. Η “Πράσινη Πολιτική” θεωρεί ως απαραίτητο στοιχείο συμβίωσης των ανθρώπων, των κοινωνιών και των κρατών την ειρήνη.
2. Η “Πράσινη Πολιτική” αρνείται κάθε μορφής εθνικισμό, μιλιταρισμό και φυλετισμό, οποθενδήποτε κι’αν προέρχεται.
3. Η “Πράσινη Πολιτική” αρνείται την επιβολή επίλυσης των διακρατικών διαφορών με την λογική των εθνικών, φυλετικών, θρησκευτικών και πολιτιστικών εκκαθαρίσεων.
4. Η “Πράσινη Πολιτική”, στο πλαίσιο αυτό, θεωρεί ως απαραίτητο και μοναδικό τρόπο επίλυσης των θεμάτων της εξωτερικής πολιτικής την διευθέτηση τους με ειρηνικά μέσα.
5. Η “Πράσινη Πολιτική” θεωρεί ότι η επίλυση τέτοιων διακρατικών διαφορών απαιτεί την αποδοχή και την εφαρμογή των διεθνών συμβάσεων, των διεθνών συνθηκών και γενικότερα του επικρατούντος διεθνούς δικαίου.
6. Η “Πράσινη Πολιτική” θεωρεί ότι τα υφιστάμενα σύνορα μεταξύ κρατών, εφόσον προέρχονται από διεθνείς συνθήκες ή διαμορφώθηκαν στα πλαίσια του διεθνούς δικαίου ή τέλος είναι αποτέλεσμα εθιμικού δικαίου, αναγνωριζομένου από το διεθνές δίκαιο είναι απαραβίαστα.
7. Η “Πράσινη Πολιτική”κρίνει ότι οι διαφωνίες μεταξύ κρατών σε τέτοια θέμα-τα πρέπει να επιλύονται από τα συνεστημένα και διεθνώς αναγνωρισμένα δικαιοδοτικά γι’ αυτό όργανα (π.χ. Δικαστήριο της Χάγης).
8. Η “Πράσινη Πολιτική” αρνείται τη διαμόρφωση τετελεσμένων δια της βίας γεγονότων.
9. Η “Πράσινη Πολιτική” αρνείται την επέμβαση (μη διεθνών οργανισμών, εντεταλμένων και κοινά αποδεκτών για την ειρήνη) τρίτων (ιδία χωρών) και ιδιαίτερα τη μεσολάβηση και την επιβολή λύσεων με βάση την κατοχή και άσκηση ισχύος.
ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ:
1. Οι σημερινές ελληνοτουρκικές διαφορές και το Κυπριακό αναδύονται από τον οικονομικό και πολιτικό ανταγωνισμό των δύο χωρών στην ευρύτερη περιοχή, που, πολλές φορές, οδηγούν στην ανάγκη απόκτησης στρατηγικών πλεονεκτημάτων. Ενδεικτικά παραδείγματα αποτελούν οι αγωγοί πετρελαίου της Καυκασίας, τα πετρέλαια στο Αιγαίο, ο έλεγχος της θαλάσσιας και εναέριας κυκλοφορίας κλπ.Εδράζονται σε παλιές ιστορικές αντιθέσεις και υποδαυλίζονται από τρίτους για ίδιο όφελος.
2. Η Τουρκία σήμερα αποτελεί ενα αντιδημοκρατικό καθεστώς, στο οποίο κυριαρχεί το στρατιωτικοδιπλωματικό κατεστημένο που δεν περιορίζεται απλώς στην διαχείρηση της εξουσίας αλλά ελέγχει και τους βασικότερους τομείς της οικονομίας και επιβάλει το γνωστό μεγάλο έλλειμμα της δημοκρατίας. Οι δύο βασικές αντίρροπες δυνάμεις,που συγκρούονται με το κεμαλικό κατεστημένο δηλ. ο Ισλαμισμός (που επαγγέλεται τον τουρκικό φονταμενταλισμό και δεν περιορίζεται αλλά πολλές φορές μάλιστα διαφοροποιείται από τον κλασσικό ισλαμικό φονταμενταλισμό) και η Αριστερά (κυρίως επαναστατική, που στην προσπάθεια της να παρέμβει ουσιαστικά στο πολιτικό “σκηνικό”της Τουρκίας αποφεύγει να αναλάβει το πολιτικό κόστος μιας “ξεκάθαρης” θέσης επί των Ελληνοτουρκικών διαφορών, περιοριζόμενη σε διαφοροποιήσεις, μόνο και κυρίως, σε θέματα ειρήνης), δεν αποτελούν εχέγγυες δυνάμεις αναστολής και επιβολής της σύναισης στην σημερινή εξωτερική πολιτική της Τουρκίας (στα ελληνοτουρκικά και το Κυπριακό).Μειοψηφούσες δυνάμεις διανουμένων,καλλιτεχνών, δημοσιογράφων και τοπικών εκλεγμένων αρχόντων (κυρίως των παραλίων της Δυτικής Τουρκίας), παρότι κινούνται στην ίδια κατεύθυνση με τις απόψεις μας, δεν αποτελούν αξιόλογη αντίπαλη δύναμη, ικανή να ανατρέ-ψει το “σκηνικό”. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο τουρκικός λαός από την φύση του είναι εχθρικός προς την Ελλάδα. Θεωρούμε χρέος μας να ενισχύσουμε τους δεσμούς φιλίας και συνεργασίας με όλους εκείνους (Τούρκους και τρίτους) που αγωνίζονται για την δημοκρατία, τα ανθρωπινα δικαιώματα, την αναγνώ-ριση των μειονοτήτων και την ειρηνική συνεργασία της με την Ελλάδα. Εχου-με χρέος με δηλώσεις και πράξεις να αντιταχθούμε στην άκριτη εθνικιστική θέση Ελλήνων ότι εξ αντικειμένου “η Τουρκία γενικά είναι εχθρός”, θέση που καλιεργεί φιλοπολεμικό κλίμα. Επιθυμούμε την δημοκρατία και τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως και την αναγνώριση της εθνικής και πολιτισμικής ταυτότητας των μειονοτήτων στην χώρα αυτή και ιδιαίτερα των Κούρδων. Υποστηρίζουμε την ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε., εφόσον αποκτήσει τα πολιτικά εκείνα κριτήρια για την ένταξη της. Θεωρούμε ότι η Τουρκία υπό τις παρούσες κρατούσες πολιτικές δεν επιθυμεί την ένταξη της αλλά την χρήση της Ε.Ε. ως Ταμείου είσπραξης (όπως και τις Η.Π.Α.) κονδυλίων στήριξης της φαινομενικής οικονομικής της ανάπτυξης, που στηρίζεται όμως σε σαθρά οικονομικά δεδομένα.
3. Η Ελλάδα στην παρούσα φάση κρίνουμε ότι δεν εμφορείται από επιθετική λογική στην αντιμετώπιση των ελληνοτουρκικών θεμάτων. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η εφαρμογή εκ μέρους της στο Αιγαίο της διεθνούς αρχής “της απρόσκοπτης και αβλαβούς διέλευσης” των εμπορικών και πολεμικών πλοίων όλων των χωρών (μηδέ και της Τουρκίας εξαιρουμένης)και η μη εφαρμογή της επέκτασης της “Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης - ΑΟΖ”, που εφαρμόζουν πολλά κράτη (π.χ. οι Η.Π.Α. μέχρι 200 μίλια) και που θα καθιστούσαν το Αιγαίο ουσιαστικά “κλειστή έλληνική λίμνη” αλλά και η μη ε-φαρμογή της δυνατότητας επέκτασης των θαλασσίων ορίων της στα 12 μί-λια. Ομως είμαστε αντίθετοι στον διαμορφωμένο, μειοψηφικά ωστόσο, ιδιό-τυπο εθνικιστικό λόγο, που αναπτύσσεται σε όλα τα πολιτικά κόμματα ως και τον καθαρό εθνικιστικό λόγο ολιγαρίθμων πολιτικών δυνάμεων, που εδρά-ζονται σε απαράδεκτες “μεγαλοιδεατίστικες” αναφορές και που,πάντως,βρίσ-κουν πρόσφορο έδαφος και στην επιθετική πολιτική της Τουρκίας.
4. Η Κυπρος είναι ένα διχασμένο τεχνητά κράτος από το τετελεσμένο γεγονός βίας, δηλ. της εισβολής των Τούρκων σ’αυτήν, για την οποία όμως ιστορικά, ως ένα βαθμό, ευθύνεται και η Ελληνική πλευρά τόσο με την αρχική απομόνωση και εν συνεχεία μεμονομένες μεν αλλά σοβαρές εκκαθαρίσεις Τουρκο-κυπρίων (στην δεκαετία του 1960) όσο και με την αφορμή της χουντικής ε-πέμβασης, που ήτανε επέμβαση τρίτου κράτους στην ανεξάρτητη Κυπριακή Δημοκρατία. Δεν αναγνωρίζουμε το διαμορφωθέν στο Βορρά της Κύπρου κράτος, θέση που δεν έχει καμμία σχέση με την προφανή αναγνώριση της ύ-παρξης της Τουρκουπριακής κοινότητας στο νησί.
5. Θεωρούμε ότι η αυτόνομη και όχι μέσα από τους αρμόδιους διεθνείς οργανι-σμούς ανάμειξη των Η.Π.Α. και μεμονομένων χωρών της Ε.Ε. δεν αποτελεί αντικειμενική και καλή προσφορά υπηρεσιών, αφού στηρίζεται στο ίδιαίτερο τους όφελος και σκοπεύει την στήριξη της μιάς ή της άλλης πλευράς ανάλογα με τα συμφέροντα τους, με αποτέλεσμα το έλλειμμα δικαίου στην μεσολάβηση.
ΘΕΣΕΙΣ:
1. Θεωρούμε ότι τα σύνορα των δύο χωρών είναι απαραβίαστα.Η οποιαδήποτε αμφισβήτηση εφαρμογής του διεθνούς δικαίου εκ μέρους μιας χώρας σε σχέση με την γείτονα της πρέπει να επιλύονται σύμφωνα με τις αρχές του Διεθνούς Δικαίου σε διεθνώς αναγνωρισμένα δικαιοδοτικά όργανα. Τέτοια θέματα στις ελληνοτουρκικές διαφορές ενδεικτικά είναι η οριοθέτηση της υφαλοκρυ-πίδας, το ζήτημα των Ιμίων, η έκταση του F.I.R. Αθηνών κλπ. Είμαστε αν-τίθετοι στην επιλογή των διμερών συνομιλίων για δύο λόγους: Ο πρώτος συ-νίσταται στο γεγονός ότι η αμφισβητουμένη πλευρά καθίσταται, συνομιλού-σα, “όμηρος” της αμφισβήτησης, αποδεχομένη εξ αντικειμένου την αμφισβή-τηση αυτή. Ο δεύτερος συνίσταται στο γεγονός ότι οι συνομιλίες αυτές θα γίνουν υπό την άνιση κατοχή ισχύος των διαπραγματευομένων πλευρών. Θεωρούμε νόμιμο δικαίωμα της Ελλάδας την επέκταση των θαλασίων ορίων της στα 12 μίλια, με παράλληλο “πάγωμα” της επέκτασης αυτής προς την Τουρκία μέχρι την, δια διαλόγου, επίλυση των πιθανών θεμάτων λόγω των συνοριακών γεωγραφικών ιδιαιτεροτήτων, για την ελεύθερη πρόσβαση και διέξοδο στο Αιγαίο της χώρας αυτής, παρότι έπραξε το αντίθετο η όμορη αυ-τή χώρα στον Εύξεινο Πόντο και την περιοχή της Κύπρου. Μετά την επίλυση των θεμάτων αυτών είναι επιβεβλημένη η αποστρατικοποίηση των νησιών του ανατολικού Αιγαίου.
2. Η εκμετάλλευση του Αιγαίου, σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα της Ελλάδας στα χωρικά της ύδατα. Δεν συμφωνούμε με την επέκταση της “Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης - ΑΟΖ” αλλά και δεν θεωρούμε προνομιακή την συνεκμετάλλευση του με την Τουρκία από λόγους συγκυριαρχίας αν και είναι φυσικό για λόγους οικονομικούς ως εκ της γειτονίας. Πάντως κατ’αρχήν θεωρούμε ότι το Αιγαίο από την αλόγιστη τουριστική χρήση, τις πολλές θαλάσιες μεταφορές και την αποβολή κάθε είδους λυμμάτων από βιομηχανίες κάθε είδους καταστρέφεται οικολογικά και προηγείται της εκμετάλλευσης η αποκατάσταση της οικολογικής ισορροπίας σ’αυτό. Σε κάθε περίπτωση είμαστε αντίθετοι στην εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου του Αιγαίου με οποιαδήποτε μορφή.
3. Η Ελλάδα δεν εφαρμόζει την ισονομία και την αξιοκρατία στην Θράκη σε βάρος των Μουσουλμάνων (Τούρκων, Πομάκων και Αθιγγάνων), παρά τις πρόσφατες προσπάθειες που δεν επαρκούν. Παράλληλα όμως θα πρέπει η Τουρκία να σεβαστεί τα δικαιώματα της Ελληνικής Μειονότητας σ’αυτή και κυρίως την πλήρη οικονομική (κυρίως στην έγγυο πρόσοδο) συμμετοχή της και να σταματήσει η διαδικασία συρρίκνωσης του ελληνικού πληθυσμού στην Ιμ-βρο και την Τένεδο. Να δοθούν αποζημιώσεις για τις “χαμένες” περιουσίες των Ελλήνων και Τούρκων, που εγκατέλειψαν τις χώρες αυτές μετά την συν-θήκη της Λωζάνης. Είναι άμεσο καθήκον της διεθνούς κοινότητας να ενεργήσει, υπό της εγγύηση της, αντικειμενική καταγραφή των εθνικών κλπ. μειονοτήτων στις δύο χώρες, στο πλαίσιο μια γενικότερης καταγραφής τους στα Βαλκάνια. Η Ελλάδα θα πρέπει να πάρει την πρωτοβουλία για μια διαβαλκανική συνθήκη, με την οποία θα συγκροτηθεί σε κάθε βαλκανική χώρα Κεντρικό Συμβούλιο Μειονοτήτων, με την συμμετοχή εκπροσώπων των μειονο-τήτων αυτών, που θα αναπαράγει, διασφαλίζει και έλεγχει την εφαρμογή των κανόνων διατήρησης της ταυτότητας των μειονοτήτων αυτών (γλώσσα, παιδεία, πολιτισμός, οικονομική ισότητα κλπ.)
4. Θεωρεί βία και σε κάθε περίπτωση απειλή βίας την επιβολή τετελεσμένων γεγονότων αμφισβήτησης του εύρους του εναερίου και θαλασίου χώρου της Ελλάδας με τις συνεχείς παραβιάσεις του από την Τουρκία. Το ίδιο ισχύει και για την αμφισβήτηση των διαφόρων νησίδων και βραχονησίδων του Αιγαίου. Αν και όποιος αμφισβητεί κάτι τέτοιο, οφείλει να καταφύγει στα διεθνή δικαιοδοτικά όργανα και η Ελλάδα θα πρέπει να συνυπογράψει το σχετικό συνυποσχετικό.
5. Είμαστε αντίθετοι στους πολεμικούς εξοπλισμούς, που γίνονται από τις δύο χώρες και που έχουν αρνητικά αποτελέσματα στο περιβάλλον και την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη των δύο κοινωνιών. Η “μη βία” δεν σημαίνει και “αποδοχή αδυναμίας άμυνας”. Ετσι στις παρούσες συνθήκες η εθνική άμυνα πρέπει να ενισχύεται λελογισμένα με εξοικονόμιση πόρων και από την αλόγιστη διαχείρηση των οικονομικών του στρατού, όπως π.χ. μέσω του αυξημένου χρόνου θητείας, που πρέπει να μειωθεί με παράλληλη αξιοπρεπή οικονομική ενίσχυση του στρατιώτη.Θεωρούμε αναγκαία την καταστροφή του εξοπλιστικού μηχανισμού των δύο χωρών αντίστοιχα με την επίλυση των με-ταξύ τους προβλημάτων, ακόμα και μερικά, ανάλογα με την πιθανή μερική ε-πίλυση τους.
6. Η Κύπρος πρέπει να αποτελέσει ένα ενιαίο ομοσπονδιακό δικοινοτικό Κράτος, στο οποίο όμως θα κυριαρχεί η Δημοκρατία και η Κοινωνική Δικαιοσύνη. Αυτό σημαίνει ότι στους θεσμούς θα εφαρμόζεται η δημοκρατική αρχή της πλειοψηφίας, υπό τους απαρέγκλητους και πολλαπλώς διασφαλισμένους όρους της κατοχύρωσης των δικαιωμάτων και της ιδιαιτερότητας γενικότερα της όποιας μειοψηφίας είτε είναι εθνική είτε θρησκευτική είτε πολιτική και υπό την αιγίδα της διεθνούς κοινότητας για μία μεταβατική περίοδο 20 ετών. Συμφωνούμε με την αποστρατικοποίηση του νησιού υπό την στρατιωτική εγγύηση των διεθνών προς τούτο οργανισμών (Ο.Η.Ε.-Δ.Α.Σ.Ε.). Δύο σημεία εν προκειμένω είναι αναγκαία προις διευκρίνηση. Οταν μιλάμε για αποστρατικοποίηση εννούμε και τις αγγλικές βάσεις και όταν μιλάμε για διεθνή εγγύηση σε καμμία περίπτωση δεν εννοούμε την αποκλειστική η κυρίαρχη παρουσία σ’αυτήν του όποιου κράτους και ειδικότερα της μίας και μόνης υπερδύναμης ή της οποιασδήποτε εκ των, με τις συμφωνίες της Ζυρίχης, εγγυητικών δυνάμεων (Ελλάδα, Τουρκία, Βρετανία). Είναι προφανές όμως ότι εφόσον υπάρχουν στρατοί στο νησί είναι δικαίωμα του κυπριακού κράτους να ασκεί τα κυριαρχικά του δικαιώματα και στον τομέα της αμυντικής πολιτικής, όπως ό-λα τα κράτη, ανεξάρτητα από την γενική μας θέση που είναι ενάντια στους στρατιωτικούς εξοπλισμούς.
7. Στην Κύπρο πρέπει να διασφαλισθούν η ελεύθερη μετακίνηση των πολιτών ανεξαρτήτως εθνικότητας και η ελευθερη οικονομική ανάπτυξη χωρίς περιο-ρισμούς στις ομόσπονδες περιοχές ως η επιστροφή και αποκατάσταση των προσφύγων κάθε πλευράς στις εστίες τους, εφόσον το επιθυμούν. Να δοθεί ένα τέλος στο θέμα των αγνοουμένων και των δύο πλευρών ώστε να καταστεί δυνατή και η ψυχική επαφή των δύο κοινοτήτων. Οι Τούρκοι έποικοι, που αλλοίωσαν τον τουρκοκυπριακό πληθυσμό και σήμερα κατά γενική ομολογία είναι οι “δυνάστες” των πραγματικών Τουρκοκυπρίων κατ’αρχήν πρέπει να αποχωρήσουν από το νησί, οστόσο για όσους εξ αυτών έχουν εν-ταχθεί πλέον στον τουρκοκυπριακό πληθυσμό, για λόγους κοινωνικούς και εάν δεν είναι στρατιωτικοί, που αποτελούν το “μακρύ χέρι” της “εγγυήτριας” Τουρκίας, με ορισμένα (εκ των προτέρων συμφωνημένα στην γενική συμφω-νία επίλυσης του κυπριακού προβλήματος) κριτήρια μπορούν να παραμείνουν. Επίσης στην γενικότερη συμφωνία επίλυσης του κυπριακού να δοθούν κίνητρα επιστροφής στην πατρίδα σε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους που έφυγαν στο εξωτερικό μετά την εισβολή της Τουρκίας και γενικότερα να ληφθούν μέτρα, ώστε να διατηρηθεί η αναλογία πληθυσμού των δύο κοινο-τήτων, που ίσχυε πριν από το 1974. Οσοι από τους εποίκους (ή τους Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους) επιθυμούν να παραμείνουν στις περιουσίες, που κατέλαβαν μετά την εισβολή να υποχρεωθούν σε αποζημιώσεις των προηγουμένων ιδιοκτητών.
8. Υποστηρίζουμε την ενταξιακή διαδικασία της Κύπρου στην Ε.Ε. και πρέπει να ενταθούν οι προσπάθειες για την συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων σ’αυτή σαν ιδιαίτερη οντότητα του ίδιου κράτους. Θεωρούμε ότι η τουρκοκυπριακή κοινότητα θέλει αλλά δεν μπορεί να συμμετάσχει στην διαδικασία αυτή εκ των στρατηγικών επιλογών του σημερινού καθεστώτος στην Αγκυρα και των εκπροσώπων του στην τουρκοκυπριακή κοινότητα. Συμφωνούμε πάντως στην διαδικασία αυτή χωρίς την εξάρτηση της από την επίλυση του Κυπρια-κού και της συμμετοχής των Τουρκοκυπρίων, με παράλληλη όμως εξασφά-λιση (από την Ε.Ε. στο κυπριακό κράτος) της αποφυγής τετελεσμένων γεγονότων από την Τουρκία, που θα απειλούσαν οριστικά την ενότητα του Κυπριακού κράτους.
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ:
Στα πλαίσια των δυνατοτήτων μας πρέπει να επιδιώξουμε:
1. Την διαμόρφωση δεσμών φιλίας και συνεργασίας με όλες των αντίστοιχων α-πόψεων οργανώσεις (οικολογικές και άλλες) αλλά και μεμονομένα άτομα της Τουρκίας και της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Επίσης την στενότερη επαφή με τους Ελληνοκύπριους Οικολόγους(και άλλους) για συντονισμό της δράσης μας στα σημεία που συμφωνούμε.
2. Την διαμόρφωση όρων κοινών πρωτοβουλιών στο Αιγαίο και στην Κύπρο με τις οργανώσεις αυτές και άλλα φυσικά πρόσωπα.Το οικολογικό περιεχόμενο τέτοιων πρωτοβουλιών παρέχει δυνατότητες άμβλυνσης των αντιθέσεων. Κοινές πρωτοβουλίες μεταξύ των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου και των παραλίων της Δυτικής Τουρκίας, οικολογικός και πολιτιστικός τουρισμός αντιστοίχων κοινωνικών ομάδων (Ελλήνων και Τούρκων), που θα ενισχύσει την αλληλογνωριμία και αλληλοκατανόηση, συμμετοχή Ελλήνων και Τούρκων οι-κολογών στην οικολογική αναβάθμιση ορισμένων νησίδων του Αιγαίου από την Ε. Ε., ώστε να αποδυναμωθεί ο στρατηγικός λόγος της επιλογής και άλ-λα αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα.Κοινές προσπάθειες για την μα-ταίωση του πυρηνικού προγράμματος της τουρκικής κυβέρνησης που θέτει σε κίνδυνο τους πολίτες των τριών χωρών (αλλά και άλλους) και ενίσχυση των προγραμμάτων Ανανεωσίνμων Πηγών Ενέργειας και στις δύο χώρες από τα κονδύλια της Ε.Ε. Ειδικότερα είμαστε αντίθετοι στον άκριτο αποκλεισμό ορισμένων οικονομικών συνδιαλλαγών μεταξύ κρατών και ιδιωτών επιχειρηματιών από τις κυβερνήσεις των δύο χωρών. Θα πρέπει να επιδιώξουμε την άρση των, χωρίς κριτήρια, αποκλεισμών που θέτει το Υπ. Εξωτερικών στις αδελφοποιήσεις ελληνικών και τουρκικών πόλεων, που ενισχύουν τον ψυχικό δεσμό των κατοίκων τους και τις πολιτιστικές κλπ. ανταλλαγές.
3. Παρόμοιες προσπάθειες πρέπει να γίνουν και μεταξύ των οικολόγων (και άλ-λων με παρόμοιες απόψεις) πολιτών των δύο κοινοτήτων της Κύπρου. Η οικολογική διάσταση του αλόγιστου τουρισμού στον Νότο και τον Βορρά και η αλόγιστη εκμετάλλευση φυσικών πόρων από την κυπριακή κυβέρνηση για παραγωγή ενεργείας μπορούν να αποτελέσουν πεδία κοινών προσπαθειών.
4. Οργάνωση εκδηλώσεων και συναντήσεων μεταξύ Τούρκων, Ελλήνων και Κυπρίων (και από τις δύο κοινότητες), προς εξεύρεση σημείων επαφής, αλληλοκατανόησης των εκατέρωθεν προβλημάτων και την προώθηση της Ειρήνης μεταξύ των δύο πλευρών.
5. Προσπάθεια κοινών εμφανίσεων σε διεθνή fora προς αποδειξη του αυτονό-ητου που συνίσταται στην καλή γειτονία και τον σεβασμό της κρατικής κυριαρχίας αλλά και των εθνικών ιδιαιτεροτήτων σε κάθε πλευρά, αφού αυτά αποτελούν το συμφέρον των δύο κρατών και των δύο λαών.
6. Κοινές εκδηλώσεις και προσπάθειες, ένθεν και ένθεν, για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων των μειονοτήτων γενικά και των αντιστοίχων των δύο εμπλεκομένων μερών ειδικότερα.
7. Είναι προφανές ότι οι προσπάθειες αυτές πρέπει να αποτελούν κοινή θέ-ληση των δύο πλευρών και η εξειδίκευση τους θα πρέπει να είναι αποτέλεσμα κοινών συμφωνιών.
Κώστας Διάκος - Γιάννης Σακιώτης
[Περιεχόμενα] [Αρχική Σελίδα]