ΤΟ
ΑΝΕΠΑΝΟΡΘΩΤΟ
Την παλιά
Τύψη, τη βαριά, μπορούμε να την πνίξουμε,
που ζεί,
σαλεύει και στριφογυρνά,
που θρέφεται
απο μας σαν το σκουλίκι απο τα πτώματα
και σαν
την κάμπια απ' τη βελανιδιά;
Μπορούμε
την ανήλεη την Τύψη να την πνίξουμε;
Σε ποιο
κρασί, ποιο φίλτρο, σε ποιο βότανο,
θα πνίξουμε
τον παλιό τούτο εχθρό,
τον καταστεπτικό
σαν την εταίρα και τον λαίμαργο,
και σαν
μυρμήγκι υπομονετικό;
Σε ποιο
κρασί; Ποιο φίλτρο; Σε ποιο βότανο;
Πές το,
αν το ξέρεις, ω πες το, ωραία μάγισσα,
σ' αυτότο
πνεύμα απ' αγωνία γεμάτο,
σ' αυτόν
που ξεψυχάει κι οι λαβωμένοι τον τσακίζουνε,
που' ναι
απ' το πέταλο του αλόγου κάτω,
πες το,
αν το ξέρεις, ω πες το, ωραία μάγισσα,
σ' αυτόν
που ξεψυχά κι ο λύκος τον μυρίζεται
και το
κοράκι τον παραμονεύει,
σ' αυτόν
τον τσακισμένο στρατιώτη, αν πρέπει ανέλπιδα
τον τάφο
του και το σταυρό του να γυρεύει
σ' αυτόν
που ξεψυχά κι ο λύκος τον μυρίζεται!
Μπορούμε
ένα ουρανό, μαύρο σαν λάσπη, να φωτίσουμε;
Μπορούμε
να ξεσκίσουμε σκοτάδια,
πηχτά πιο
κι απ' την πίσσα, δίχως αστέρια, ξημερώματα και βράδυα;
Μπορούμε
ένα ουρανό, μαύρο σαν λάσπη, να φωτίσουμε; [....] |
|