O XΑΡΟΥΜΕΝΟΣ
ΝΕΚΡΟΣ
Θέλω σε
γή πολύ παχιά, σαλίγκαρους γεμάτη,
να σκάψω
λάκκο μόνος μου, βαθύ, που να μπορώ
τα γέρικά
μου κόκαλα ν' απλώσω με ραχάτι,
κι ως καρχαρίας
στο νερό, στη λήθη ύπνο να βρώ.
Τις διαθήκες
τις μισώ κι οι τάφοι δε μ' αρέσουν
παρά να
παρακάλαγα να' ρθούν να με θρηνούν,
θα προτιμούσα,
ζωντανός, να κράξω όρνια να πέσουν
στο βρωμερό
μου σκέλεθρο, το αίμα μου να πιούν.
Σκουλίκια!
Ω σύντροφοι, χωρίς αυτιά και μάτια, εμπρός!
Να ένας
λεύτερος για σας, χαρούμενος νεκρός
φιλήδονοι
φιλόσοφοι, γέννα παλιά της σήψης,
ελάτε,
στο κουφάρι μου ριχτείτε δίχως τύψεις
και πείτε
μου: μπορεί να δεί κι άλλους βασανισμούς
τ' άψυχο
αυτό σαραβαλο, νεκρό μες τους νεκρους; |
 |