Ο ΘΑΝΑΤΟΣ
ΤΩΝ ΕΡΑΣΤΩΝ
Κρεβάτια
θα' χουμε άνθινα, γεμάτα αιθέρια μύρα,
ντιβάνια
ολοβελούδινα σαν μνήματα βαθιά,
στις εταζέρες
λούλούδα παράξενα τριγύρα,
που άνοιξαν
μοναχά για μας σε μέρη μαγικά.
Και ποια
την άλλη να υπερβεί στην ύστατη φωτιά τους
οι δυο
καρδιές μας - σαν τρανές λαμπάδες δυο - μαζί
θα διπλοκαθρεφτίσουνε
το διπλοφώτισμά τους
στα πνεύματά
μας που' ναι δυο καθρέφτες αδερφοί.
Και μια
βραδυά ολογάλανη, ρόδινη, μυστική,
θεν' ανταλλάξουμε
άξαφνα την ίδια αναλαμπή,
σαν ένα
μακροθρήνημα που φέρνει ο χωρισμός
κι αργότερα,
ένας άγγελος θα' ρθεί το φώς να χύσει
- τις πόρτες
μισανοίγοντας, πιστός και χαρωπός -
στους δυο
καθρέφτες τους θαμπούς,
στις φλόγες
που' χαν σβύσει. |
|