Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ
ΚΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ
Πάντα τη
θάλασσα, άνθρωπε λεύτερε, θ' αγαπάς!
Αυτή ειν'
ο καθρέφτης σου κοιτάζεις τους βυθούς σου
στο κύλισμα
τ' ατελείωτο του κύματος, κι ο νους σου
κλείνει
κι αυτός την πίκρα της αβύσσου, της βαθιάς.
Σ' αρέσει
να βυθίζεσαι στο πέλαο που σου μοιάζει
να κλείσεις
στην αγκάλη σου θες τον ωκεανό,
και της
καρδιάς σου η τρικυμία καμμιά φορά ησυχάζει,
τον άγριο
του κι αδάμαστο ακούοντας στεναγμό.
Είστε κι
οι δυο σας σκοτεινοί κι απόκρυφοι κανείς
ω άνθρωπε,
δε μέτρησε την άπατη άβυσσό σου
κανείς
δεν ξέρει, ω θάλασσα, τον πλούτο τον κρυφό σου,
τόσο με
ζήλια κρύβετε τα μυστικά σας σεις!
Κι όμως,
να που αναρίθμητους αιώνες στη ζωή,
ο ένας
τον άλλον άφοβα κι ανήλεα πολεμάτε,
τόσο κι
οι δυο σας τη σφαγή, το θάνατο αγαπάτε,
ω πολέμαρχοι
αιώνιοι, ω αμείλικτοι αδερφοί!
|
|