ΚΑΤΑΝΥΞΗ
Ω Πόνε μου,
φρονίμεψε κι ησύχασε λιγάκι.
Να' ρθεί
το Βράδυ ζήταγες, και να το, κατεβαίνει
μια ατμόσφαιρα
σκοταδερή στην πόλη ειν΄απλωμένη,
σ' άλλους
γαλήνη φέρνοντας και σ' άλλους το σαράκι.
Κι ενόσω
των θνητών αυτών τα ταπεινά τα πλήθη,
κάτω απ'
την Ηδονή βογκούν σαν απο δήμιο κάτω,
και πάνε
τύψεις για να βρούν μες στων γλεντιών τη λήθη,
Πόνε μου,
δωσ' το χέρι σου και πάμε παρακάτω,
μακριά
απ' αυτούς. Για κοίταξε στα ουράνια εκεί μπαλκόνια,
μες στους
αρχαίους μανδύες τους γέρνουν τα πρώτα χρόνια,
κι η Νοσταλγία
απ' τα βαθιά νερά χαμογελάει
ο ήλιος
πάει να σβύσει ωχρός κάτω απο μιαν αψίδα,
και σέρνοντας
προς την Αυγή σαβάνου μια χλαμύδα,
ω Πόνε
μου, άκου τη γλυκιά Νύχτα που περπατάει! |
|