ΑΙΜΑ ΚΑΙ ΧΑΡΤΙ




Συνηθίζω να περνάω ώρες μέσα σε χώρους όπου πωλούνται έντυπα, μπροσούρες και φανζίνς. Σε μια τέτοια επίσκεψη ανακάλυψα και το "Αίμα και χαρτί". Μου έκανε εντύπωση το χάρτινο, απο οικολογικό χαρτί εξώφυλλο που ήταν σφραγισμένο με λιωμένο κόκκινο κερί, σαν αίμα. Το διάβασα όλο μέσα στο λεωφορείο καθώς γυρνούσα σπίτι. Είναι όλο γραμμένο στο χέρι και εκτός απο τα ποιήματα είχε και κάποια σχέδια. Στο εσωτερικό του δεν είχε καμμιά πληροφορία για το άτομο που το έφτιαξε. Τι σημασία έχει άλλωστε; Το περιεχόμενό του μου είπε τόσα πολλά........
Ας είναι καλά τούτη η αδερφή ψυχή όπου κι αν βρίσκεται....

                                                                  Παρακμή



Σήμερα είμαστε εδώ και πίνουμε ουίσκι και κρασί γλύφωντας τις μπουκάλες με την άκρη της γλώσσας μας. Αύριο οι τσακισμένες καρδιές μας θα ξερνούν στάχτυ πάνω στα αποκαϊδια του σαράβαλου συκωτιού μας. Αύριο θα σπάμε τα άδεια γυαλιά στους δρόμους της Αθήνας κι εσύ γυμνή στο σέλας του μυαλού σου θ' απαγχονίζεις τα άδεια σου χέρια, την άδεια ψυχή σου και το άδειο στερνό φιλί σου.
Άδειες στιγμές και ο φόβος έρχεται καβάλα στο κένταυρο, δικός σου φόβος πλασμένος απ' τα βρώμικα όνειρά σου. Η ίδια κενή στιγμή, μόνο που το κέρατο του κένταυρου είναι ματωμένο, ο φόβος απανθρακωμένος και η ψυχή σου νοτισμένη απο νεκρές πίκρες. Μόνη στην ίδια απομόνωση και το τελευταίο δάκρυ δε πότισε ακόμα το μάγουλό σου. Αύριο πάλι μόνη στην ξένη μοναξιά σου στηρίζοντας μια ευχή πάνω στα ξεραμένα σου χείλη. Ευλογώντας τις πληγές σου με μύρο και χρυσάνθεμα.
Είσαι η γνωστή εκείνη κυρία που έσκαβε το φεγγάρι.
Οι γάτες ούρλιαξαν πριν το θάνατο γνωρίζοντας πως η έρημος φέρνει μηνύματα. Μηνύματα γνωστά.
Δικά σου, δικά μας.
Λέω να γλείψω λίγο ακόμα το μπουκάλι, να αποτελειώσει η τελευταία σταγόνα, να το σπάσω, να κυληθώ στα γυαλιά, να ματώσω, να σκούξω.
Ναυαγός στις αδέσποτες ημέρες.
Μονάχος στους πιο μακρινούς γαλαξίες.
Νεκρός σε μια απέραντη έρημο.
ΘΑΝΑΤΟΣ
Δικός σου, δικός μου, δικός μας.
Διάφανες καρδιές, κρίνα ξεραμένα στους τάφους
και τα παράθυρα αμπαρωμένα καλά.
Σφραγισμένα.


 
KΑΤΩ ΣΤΗ ΠΟΛΗ

Υπάρχει ένα μέρος κάτω στη πόλη
όπου οι βoές και οι ήχοι των νεκρών
δεν ακούγονται.
Υπάρχει ένα μέρος κάτω στη πόλη
όπου οι άνθρωποι δίνουν την εντύπωση 
ότι ζουν.
Υπάρχει ένα μέρος κάτω στη πόλη
όπου οι αλυσίδες έχουν σπάσει
και οι σκλάβοι έχουν γίνει βασιλιάδες.
Υπάρχει ένα μέρος κάτω στη πόλη
όπου τα λιοντάρια συγκατοικούν με τους αμνούς
και οι πλούσιοι έχουν δώσει τη θέση τους
στους φτωχούς.
Υπάρχει ένα μέρος κάτω στη πόλη
όπου όλοι είναι ίσοι και κανείς
δε σκοτώνει κανένα για τίποτα.
Υπάρχει ένα μέρος κάτω στη πόλη
όπου οι άγγελοι σκότωσαν το σατανά
και τα τσιράκια του.
Τους βασάνισαν και τους αποτελείωσαν αργά 
χωρίς έλεος.
Υπάρχει ένα μέρος κάτω στην πόλη
όπου χθές αυτοκτόνησε και ο εωσφόρος
βλέποντας το βασίλειό του να γκρεμίζεται.
Υπάρχει ένα μέρος κάτω στη πόλη.
Γιατί ρε άνθρωποι δεν έρχεται
κανείς απο σας σ' αυτό το μέρος;



 
Δεν τη φοβάμαι τη θάλασσα
τη σέβομαι
τη σέβομαι βαθιά όπως τα βαθιά μαύρα
νερά της.
Δε με χτυπάει
Με χαϊδεύει μόνο απο απόσταση
και μου χαμογελάει τις νύχτες
που θα' θελα να περπατήσω πάνω στ' ασημένια
μαλλιά της.
Περπατάω...
δίπλα στα κύματα...
Προχωράω μπροστά...
κοιτάω μπροστά τα κύματα που σκάνε
δε θα μ' αγγίξουν το ξέρω
Προχωράω μπροστά, τα βλέπω, μα ξέρω
πως δεν θα μ' αγγίξουν
δεν τα φοβάμαι
το φεγγάρι μ' ακολουθεί πάντα
σαν πιστός σύντροφος φέγγει πλάϊ μου
σαν πιστός σύντροφος μου φωτίζει τα βήματα
Γυρνάω πίσω...
προχωράω προς τα πίσω και κοιτάζω κάτω
δεν τολμώ να δώ ευθεία
κοιτάω κάτω προσεχτικά τα βήματά μου
ξέρω πως το επόμενο κύμα
θα σκάσει πάνω στα πόδια μου
Η θάλασσα θα με ραντίσει
με το δηλητήριό της...
το βλέπω
τσούζει πάνω στο κορμί μου το αλάτι
με τρυπάει σαν τόξο απο έμπειρο τοξότη,
Δεν τη φοβάμαι τη θάλασσα
Θα περπατώ στο πλάϊ της...
θα περπατώ μπροστά της...
κάποτε εύχομαι να περπατήσω πάνω της
και να πιάσω το φεγγάρι...


Ο ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΔΑΚΡΥΖΕΙ

Κάποιες φορές κλαίω
και μόνο εγώ ξέρω το γιατί
Την αγάπη μου για την θλίψη
τις μάταιες κινήσεις
με το τελευταίο τσιγάρο πάντα αναμμένο
Τη σιωπή της νύχτας
πριν το νεκρό ύπνο
Εσένα, εκείνον, τον άλλο
τα ονόματα δε θα' χουν σημασία
μετά τη κληροδότηση της λήθης
τα λόγια που δε σκόρπισαν
στις καρδιές
το φίλο μου που έχασα
στο κρεββάτι της ηδονής
τη μάνα μου που μου' λεγε
"υπάρχει μια φυλακή"
και ήταν πάντα εσώκλειστη
την αδερφή μου που γύριζε αργά
και την φλέρταρε ο θάνατος
τους ανέμους που έσπρωχναν
τον πόνο μου στη Δύση
τις κρύπτες που έθαβα τις πίκρες
τις ξέθαβα
τις έθαβα
τις μίζερες νύχτες
που περίμενα τη φωνή
τα ουρλιαχτά στο πάτωμα
και τα μάτια μου που βούρκωναν
στο χώμα σκοτωμένα
απ' την άρνηση και τα "όχι"
Τα σημάδια στο σώμα μου
απ' τα ράμφη των όρνιων
Αυτοί που φυγαν νέοι
εγώ που έφευγα νέος
τις βαθιές αναπνοές σπαραγμών
πάνω απ' το στήθος του αγοριού
την εμβρυακή κατάσταση
στο κρεββάτι μου
με τη γύμνια λαβωμένη
απ' τα συρματοπλέγματα του σεντονιού
τις ώρες που άφηνα τα μάτια σου
στη ζέστη των ψιθύρων
και πέταγα μαύρες πέτρες στη θάλασσα
τις στιγμές που το έλεος
στρίγγλιζε απο κάθε γωνιά
Το χάρτινο σκιάχτρο
που έκαιγα στους δρόμους
τη μέρα που θα με έβρισκαν με τιναγμένα τα μυαλά
στη σκοπιά μες το χιόνι
καρφωμένο στο στήθος μου
ένα τελευταίο ποίημα.
Το ψέμα που στοίχειωνε
το κεφάλι μου
το μαχαίρι που έπαιζε
κοροϊδευτικά με τη λεπίδα του
και το δωμάτιο του διαβόλου
Τη μάνα μου που έκλαιγε
απελπισμένα.
ΤΟ ΚΕΝΟ - Η ΑΠΩΛΕΙΑ ... ΔΕΝ ΑΙΣΘΑΝΟΜΑΙ - ΤΑ ΘΛΙΒΕΡΑ ΠΟΤΑ
ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ- Η ΑΠΟΥΣΙΑ ΣΟΥ... ΑΝΑΓΚΗ...
Εδώ... Σε χρειάζομαι... Εδώ.
Η απογοήτευση που έτρεχε
κόκκινη στα πεζοδρόμια
αφήνοντας ίχνη νεκρά
Εδώ... Σε χρειάζομαι
Η γυναίκα στη βροχή
Ψέμματα... όχι
Εδώ...
Σε χρειάζομαι...
ΑΠΩΛΕΙΑ
ΚΕΝΟ
 




Ακροβατώ στην άκρη του σκοινιού
που έχω τεντώσει και παραλύω.
Φτερωμένοι εφιάλτες περνάνε απο πάνω μου
και με στοχεύουν με τα γαμψά τους νύχια.
Δράκοι αμφιβολίας και φόβοι με κυκλώνουν με φωτιές.
Αισθήσεις και παραισθήσεις πλέκονται
γαϊτανάκι. Ποιά νύχτα;
Ποιά λόγια;
Ποιό ξημέρωμα είναι η λύτρωση;
ΠΟΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ;
Eλευθερία και αλήθεια είναι η αγάπη
μου ψιθύρισε στ' αυτί ένας άνεμος.
Ακροβατώ δίχως δίχτυ ασφαλείας.
Εξαϋλώθηκε και αυτό μαζί με τις άλλες ψευδαισθήσεις μου.
Κι αν θέλω να σε βρώ που να
σε ψάξω γλυκειά αγαπημένη;
Από ποιο πηγάδι αναδύεται η φωνή σου;
Σε τι θάλασσες κολυμπάς περιμένωντας τη γοργόνα σου;
Ακροβατώ σε ένα σκοινί απο πιασμένα χέρια.
Κι αν κάποιο φύγει τι θα γίνει;
Που θα πέσω;
Κάτω βαθιά διακρίνω κάτι βράχους, κάτι γκρίζους ζωγραφισμένους
βράχους με μικρά κόκκινα τριαντάφυλλα πάνω τους.
Απο εκεί δεν πιάστηκα ν' ανέβω;
Μήπως είναι στάλες απ' τα χέρια μου;
Τα διακρίνω αναίτια να αιμοραγούν.
Ματωμένα δάκρυα.
Δάκρυα απο ψέμμα.
Καθόλου δάκρυα.
Μόνο απόγνωση στα μάτια.
Με ίλιγγο μέχρι να σε φτάσω. Τρέχω με ίλιγγο μέχρι να σε φτάσω.
Βγάλτε τα χέρια σας απο πάνω μου
ΣΑΣ  ΣΙΧΑΙΝΟΜΑΙ
Τρέχω με ίλιγγο μέχρι να σε φτάσω
ΜΗ  Μ' ΑΚΟΥΜΠΑΤΕ
Δάκρυα απο αίμα
ΜΗ Μ' ΑΓΓΙΖΕΤΕ. ΣΑΣ ΜΙΣΩ
Με ίλιγγο μέχρι να σε φτάσω.
ΒΓΑΛΤΕ ΤΑ ΓΑΜΗΜΕΝΑ ΧΕΡΙΑ ΣΑΣ
ΑΠΟ ΠΑΝΩ ΜΟΥ
ΜΗ ΜΕ ΣΦΙΓΓΕΤΕ
ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΕΤΑΞΩ
Σσσσ........
Μη μιλας. Άκου τον άνεμο
Με παίρνει μαζί του
Σσσσ......
Μέχρι ο θάνατος να μας χωρίσει
Σσσσ.....
Μαζί του
Με το θάνατο
Μαζί σου.....
 







 
Το ' ξερες ότι ο πόνος είναι κρυμμένος
σ' ένα δωμάτιο γεμάτο λάσπες και νούφαρα
και οι εφιάλτες έρχονται ύπουλα
σέρνοντας το μαύρο τους βασίλειο
μέσα σ' ένα σμάρι απο χρυσάνθεμα;
Ρουφώντας το μεδούλι του μυαλού σου
μέσα σ΄ένα βάλτο οργισμένο απ' τη σιωπή.
Το άρμα του ανέμου κουβαλάει
μυστικά απ' την εποχή των θεών του Ολύμπου
χλευάζοντας το δηλητήριο της πόλης
και τα ψυχιατρεία των σχιζοφρενών
θα διαλύσω τον αυτοματισμό 
των ανθρώπων
και ύστερα θα μελαγχολήσω
κάτω απ'τη πανσέληνο του λύκου
Αθάνατοι υπνοβατούν πάνω σε σταγόνες 
που αναδεύονται υστερικά
απ' τη χάση της ημέρας
Το πνεύμα αναρωτιέται
και ο πόνος βελτιώνεται
γίνεται ολοκαίνουργιος
Το' ξερες ότι ο θάνατος 
έρχεται με τη μορφή μιας κοπέλας
που μόλις ακουμπάς το στήθος της
Σου χαμογελάει



 
R.I.P

Αναπαύσου εμπόλεμος
Αναπαύσου εκπορνευμένος
Αναπαύσου εμπορεύσιμος
Αναπαύσου εκδιωγμένος
Αναπαύσου εξευτελισμένος
Αναπαύσου εκτροχιασμένος
Αναπαύσου εσώκλειστος
Αναπαύσου ελεγμένος
Αναπαύσου ξοφλημένος
Αναπαύσου εξουδετερωμένος
Αναπαύσου εξουθενωμένος
Αναπαύσου εκχυδαϊσμένος
Αναπαύσου εκφυλισμένος
Αναπαύσου εκριζωμένος
Αναπαύσου εκμεταλευμένος 
Αναπαύσου εκπατριζμένος
Αναπαύσου ΕΚΜΗΔΕΝΙΣΜΕΝΟΣ
Αναπαύσου 
σαν ο γιος του παρία
Μα πάνω απ' όλα
αναπαύσου εν ειρήνη
Τι ειρωνεία!


ΒΡΟΧΗ

Καπνός τσιγάρου στη βροχή.
Ας φύγουμε με οδηγό τα blues
Ο υιός της Μαρίας σήμερα πήγε στην έρημο
Πήγε να βρεί τον "πατέρα" του.
Είναι κάτι στιγμές που νιώθω να περνάμε
τα ίδια.
Πορεία τόσο μοναχική.
Πήρα μια παλιά φίλη μου σήμερα τηλέφωνο
Έκλαιγα ασταμάτητα.
- Μου λείπεις, θέλω να σε δώ.
- Τι έχεις;
-Οι γύρω μου.
- Τι;
- Σ' αγαπώ, γειά.
Καπνός τσιγάρου στη βροχή
Ένα μάτσο μάσκες με ρωτούν γιατί έχω
τις μούρες μου.
Ας ξεκρεμάσουμε τα προσωπεία απ' τους
τοίχους κι ας βάλουμε τα πράγματα
στη σειρά.
Ο βασιλιάς της σαύρας πέθανε χωρίς
κατανόηση.
Ο υιός του ανθρώπου πέθανε μες την άρνηση.
Κι όλοι αυτοί οι γαμημένοι κριτές
πεθαίνουν κάθε μέρα.
Γίνονται απολιθώματα.
Το πνεύμα τους πάρθηκε στη πορεία.
Οι βασιλιάδες πεθαίνουν νέοι και οι υπήκοοι λιώνουν
μαζί με τα σκουλίκια.
Αυτός είναι ο κόσμος παιδιά μου.
Καπνός τσιγάρου στη βροχή
Καθώς όμως πας να πάρεις τη τελευταία στροφή, όλοι
σ' αναζητούν, όλοι σε σκέφτονται.
Τι πίκρα αδερφέ μου και τι υποκρισία
Αυτή η υποκρισία είναι που μ' αρρωσταίνει.
Ως πότε ακόμα αδερφέ μου;
Ως πότε θα κάθομαι στην αντίπερα όχθη κάτω απ' την ομπρέλα μου
καπνίζοντας μόνος μες τη βροχή;
Άρχισα απο καιρό να βλέπω τους ανθρώπους να πεθαίνουν.
Συνεχίζω μέχρι σήμερα
Κι ακόμα υπάρχει αυτή η ματιά μες τα μάτια μου.
Θυμάμαι ακόμα την οργή του πατέρα μου ενώ χτυπούσε
τη μάνα μου.
Θυμάμαι ακόμα τον πόνο που ένιωσες όταν έχασες
το φίλο σου.
Θυμάμαι ακόμα τα κλάμματα της γιαγιάς μου όταν έχανε
τον άντρα της.
Θυμάμαι ακόμα τους λυγμούς σου όταν πήγες να χάσεις
τα παιδιά σου.
Θυμάμαι, θυμάμαι ακόμα την τρέλα στα μάτια σου
καθώς έβαζες το πιστόλι στον κρόταφο.
Θυμάμαι, θυμάμαι, ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ
Καλώς ήρθατε παιδιά μου.
ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ

ΜΕΤΑ ΤΗ ΒΡΟΧΗ
ΑΛΛΟΣ ΣΝΑΣ ΑΜΝΟΣ ΠΕΘΑΝΕ ΣΗΜΕΡΑ
ΤΑ ΒΟΥΝΙΣΙΑ ΛΙΟΝΤΑΡΙΑ ΤΟΥ ΞΕΡΙΖΩΣΑΝ ΤΟ ΛΑΙΜΟ
ΤΡΑΦΗΚΑΝ ΜΕ ΤΟ ΑΓΝΟ ΤΟΥ ΑΙΜΑ ΠΟΤΙΖΟΝΤΑΣ
ΤΑ ΚΑΤΑΚΑΘΙΑ ΤΗΣ ΕΜΕΤΙΚΗΣ ΤΟΥΣ ΚΟΙΛΙΑΣ

ΕΓΙΝΑΝ ΤΑ ΣΚΙΑΧΤΡΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΑΣ
 







 
Πάρε ύπνε αυτούς που απόψε τόσο πολύ
ζητάνε τη λήθη.
Το πρωϊ θα' χουν σβύσει όλα
Θα σηκωθούν ήρεμα να πάνε στις δουλειές τους,
να εξοικονομήσουν τον άρτο τον επιούσιο
και η ουσία θα μείνει σκονισμένη κάτω
απ' το κρεβάτι τους.
Εκεί που την πέταξαν το προηγούμενο βράδυ
μη μπορώντας να αντέξουν το βάρος της
πάνω στο στέρνο τους.



 
Σηκώνεις το όπλο
Ακουμπάς την κάνη στο δεξί ματι
Κάνεις την επίκληση στο θεό σου
Πιέζεις τη σκανδάλη...
Κι εμένα το μόνο τελικά 
που μου έμεινε να αναρωτιέμαι
Ποιά ήταν η τελευταία σου σκέψη;

 
  1