Δειλινό νοτισμένο
 

Το σούρουπο ξαπλώνεται γυμνό
σαν φακίρης στης πόλης τον αγκυλωτό ιστό
Διπλωμένος στη γωνιά, πίκρα, ξεφτισμένο μαγικό
το τσιγάρο να με καίει κι εγώ να μην κουνώ
δίπλα η αλήθεια φαντάζει σαν τρύπα στο κενό

Το μαντήλι λουσμένο, λαβωμένη η αγάπη
τα στοιχειά χορό στήσαν, σε λιμάνι πετρωμένο

Με παράθυρο πνιγμένο, το όραμά μου υγρό
σε κισσούς τυλιγμένο, με δοσίλογο φως
Αυτόχειρη νιότη που σπαράζει κρυφά
ήχοι να με παρασέρνουν στα τυφλά
σειρήνες που με θέλουν πνιγμένο στα χρυσά

ουρανός με επωμίδες
εξορισμένη η ελπίδα
πειρατές την σιμώνουν
για μένα στ΄αμπάρια τους στρώνουν

Με μια απόφαση στήνομαι στα πόδια μου ορθός
τα τελώνια τραυλίζουν, παγώνουν, γίνονται καπνός
το αίνιγμά μου χαράζει ήρθ΄η μέρα του θαρρώ
την κωφάλαλη βία στα σοκάκια γυρνώ
τη νόθα αδερφή της πεισμώνω να βρώ

το σπαθί ματωμένο, λογχισμένη η απάτη
ο βασιλιά μαραμένος, δειλινό νοτισμένο


 
  1