SILVIA PLATH
(1932  - 1963)

Η  Silvia Plath γεννήθηκε το 1932 απο πατέρα γερμανό ναζιστή και μητέρα εβραϊκής καταγωγής απ' τη μια πλευρά. Θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει αυτοβιογραφική την νουβέλα της το "Γυάλινο κώδωνα". Πρωτοδημοσιεύτηκε ένα μήνα πριν το θάνατό της με το ψευδώνυμο Βικτώρια Λούκας, γιατί δεν ήθελε να διαβαστεί απο την μητέρα της.  Σ'αυτό  περιγράφει την περίοδο της έντονης κατάθλιψης που πέρασε, με επακόλουθο απόπειρες αυτοκτονίας και εισαγωγή σε ψυχιατρικές φυλακές τον καιρό που σπούδαζε λογοτεχνεία στο Κολέγιο Σμιθ και είχε ήδη δημοσιεύσει αποσπάσματα πρόζας και ποίησης σε περιοδικά. Παντρεύτηκε τον ποιητή Τεντ Χιόυις. Το διάστημα  1955-1957 έδωσε τελική μορφή στο μοναδικό πεζογράφημα, το "Γυάλινο κώδωνα". Το 1960 επιστρέφει στην Αγγλία όπου παραμένει μέχρι το θάνατό της και όπου γεννιέται το πρώτο παιδί της  και εκδίδεται η πρώτη της συλλογή ποιημάτων, το "Colossus". Τα δυόμισι χρόνια πριν το θάνατό της τελειοποίησε το "Γυάλινο κώδωνα" και τα περισσότερα ποιήματά της, που δημοσιεύτηκαν σαν μεταθανάτιες εκδόσεις. Αυτό το διάστημα γέννησε το δεύτερο παιδί της και έκανε διάφορες απόπειρες αυτοκτονίες με αποτέλεσμα το θάνατό της το 1963. Αλλες ποιητικές της συλλογές είναι οι εξής : "Ariel", "Crossing the water", "Cristal gazer and other poems", "Winter trees", "The bed book" και "Johny panic and the bible of dreams".

Η Silvia Plath είναι γνωστή εξαιτίας κυρίως των ποιημάτων που έγραφε, ένα ή δυο τη μέρα, κατά τους τελευταίους μήνες της ζωής της. Τα περισσότερα απ' αυτά συγκεντρώθηκαν σε μια συλλογή με τον τίτλο "Ariel", που εκδόθηκε στα 1965, δυο χρόνια μετά την αυτοκτονία της στο Λονδίνο.  Ακόμα και στο αυτοβιογραφικό της μυθιστόρημα "Τhe bell jar" φαίνεται να υπάρχει ένα τρομαχτικό κενό ανάμεσα στο στυλ και στη συμπεριφορά ενός προικισμένου, μετρημένου, συμβατικού κοριτσιού της δεκαετeιας του 1950, αφενός, και στην κρυμμένη ταραχή που ξέσπασε σε μια νευρική κατάπτωση και στην πρώτη απόπειρα αυτοκτονίας στα δεκαεννιά της χρόνια, αφετέρου. Όπως και η Plath, η ηρωϊδα του μυθιστορήματος είχε την ευκαιρία να περάσει ένα καλοκαίρι στη Νέα Υόρκη σαν συντάκτρια ενός καινούριου γυναικείου περιοδικού. Το μυθιστόρημα αυτό πραγματεύεται διεξοδικά το φτηνό στερεότυπο των ρόλων της γυναίκας τόσο στους επαγγελματικούς όσο και στους άλλους κοινωνικούς χώρους. Στη συνέχεια, αφού προηγηθεί μια μικρή ψυχολογική προετοιμασία του αναγνώστη, η Έστερ Γκρηνγουντ, η ηρωίδα, κάνει μια απόπειρα αυτοκτονίας και μπαίνει στο νοσοκομείο. Το εκπληκτικό με το Bell jar είναι ότι, αν και γράφτηκε λίγο πριν απο την ποιητική συλλογή "Αριελ", πολύ λίγο φανερώνει τα δυνατά συναισθήματα, την αγριότητα, που η Plath ανακάλυψε και εξέφρασε με τα τελευταία της ποιήματα.

Οι ανθρώπινες επαφές γίνονται μικρές και ψεύτικες καθώς οι φυσικές διεργασίες προχωρούν ανεπηρέαστες απο τον ανθρώπινο πόνο. Με το γράψιμο της η Plath έθεσε αυτό το πρόβλημα πολύ καθαρά : " Δεν μπορώ να συμμεριστώ αυτές τις κραυγές απο την καρδιά που δεν υποκινούνται παρά μόνο απο μια βελόνα ή ένα μαχαίρι. Πιστεύω ότι θα πρέπει να ελέγχουμε και να επηρεάζουμε τις εμπειρίες, ακόμα και τις πιο τρομαχτικές με τη βοήθεια ενός ενημερωμένου και έξυπνου νου. Φυσικά η εμπειρία δεν θα πρέπει να είναι ένα κλειστό κουτί και ένας καθρέφτης, ναρκισσιστική εμπειρία".
Οι διαυγείς στροφές της, οι απλές ποιητικές εκφράσεις και οι αποφασιστικοί δραματικοί ομιλητές αμπεριέχουν αυτές τις απόψεις της. Πριν πεθάνει η Plth είχε κατορθώσει με την ποίησή της να ανακαλύψει, να εκφράσει και να ελέγξει την κρυμμένη βία των εσωτερικών εμπειριών της. Αν ήταν ικανή να διατηρήσει αυτές τις αλήθειες της στην καθημερινή ζωή είναι ένα ερώτημα αναπάντητο. Αυτοκτόνησε στις 11 Φλεβάρη του 1963.
 
 


  1