ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ
Εκείνο το
ποτάμι, το ξημέρωμα,
έφερνε
μελαγχολία. Το ήξερε καλά.
Έτσι όλες
οι ιστορίες και οι σκέψεις
εκείνης
της εποχής, καθώς τις θυμόταν, του' φερναν μελαγχολία.
Λίγο μετά
την αυγή
σταματούσε
στην όχθη
και παρατηρούσε
τα νερά
και σκεφτόταν
και πάλι τα περασμένα.
Σε' κείνα
τα μέρη, λοιπόν, το ποτάμι
κυλούσε
πολύ αργά, και αργό ήταν
το νήμα
που συνέδεε κάθε σκέψη.
Αυτό ήταν
το σκηνικό.
Εν τούτοις,
σου' δινε μια ελάχιστη αυτοϊκανοποίηση:
το να στέκεσαι
στο ποτάμι, το ξημέρωμα.
Να χάνεσαι
σε σκέψεις τόσο μακρινές και, συγκεντρωμένος,
σε στιγμές
υψηλής έμνευσης,
να βρίσκεσει
να μιλάς μόνος σου. |
|