Πολύ νωρίς ξεχώρισα το ρομαντισμό
μέσα στους άφθαρτους πόρους του κορμιού μου,
λίγο πράσινο
μια παγωμένη λίμνη
λευκά δάκρυα
κρυστάλλινα πάθη
στους αιώνιους φύλακες των βόρειων θαλασσών.
Ο ήλιος καταθλιπτική συνέχεια
μιας άρρωστης πραγματικότητας
και το ανεστραμένο ρολόι
σταματημένο μουτζώνει.

Η νύχτα έπεσε αργά
στο περίγραμμα των τελευταίων ήχων,
μακριά στο νεκρό ορίζοντα
άπιαστα τα τούλινα πέπλα των χιονιών.
Αιμάτινη καταιγίδα
στα τρελά ματαιόδοξα κρανία,
χείλη πρησμένα
γεμάτα κιτρινιάρα ηδονή
παρακαλούν για λίγη ηδονή
παρακαλούν για λίγη ύλη
η ζωή τους φτύνει.

Σε χίλια χρόνια τα δόντια μου
φωτεινά μετέωρα ενός άλλου πλανήτη
θα εκπέμπουν σήματα κινδύνου,
θάνατος γέννησε θάνατο,
μίσος για το ανθρωποχτόνο γένος,
ένα φονικό άγγελο σέρνω πίσω μου,
έχασα τα δυο τελευταία μου ποιήματα
μέσα σε κομματιασμένα όργανα
ξεχασμένα μυαλά.

Κρεάτινες σφήνες με πυώση μέσα
εκπέμπουνε θάνατο,
ορθή γωνία το κηροπήγιο
μ' ένα κερί σα χυμένο μάτι.
Κατακόρυφα κάτω απο τους
γυάλινους τοίχους του σύμπαντος,
εκπορνευμένη ακρόπολη.
Ένα μάυρο τηλέφωνο χτυπάει
θυμίζοντας στα γενοκτόνα κορμιά τη χυδαιότητα,
πρωϊνό ρόφημα για αθώα παιδιά.

1