21.
25
MΑΪΟΥ
Ένα πρωϊ
θ' ανοίξω την πόρτα
και θαβγω
στους δρόμους
όπως και
χτές.
Και δεν
θα συλλογιέμαι παρά
ένα κομμάτι
απ' τον πατέρα
κι ένα
κομμάτι απ' τη θάλασσα - αυτά που μ' αφησαν -
και την
πόλη. Την πόλη που τη σάπισαν.
Και τους
φίλους μας που χάθηκαν.
Ένα πρωϊ
θ' ανοίξω την πόρτα
ίσα ολοϊσα
στη φωτιά
και θα
μπώ όπως και χτές
φωνάζοντας
"φασίστες!!"
στήνοντας
οδοφράγματα και πετώντας πέτρες
μ' ένα
κόκκινο λάβαρο
ψηλά να
γυαλίζει στον ήλιο.
Θ' ανοίξω
την πόρτα
κι είναι
- όχι πως φοβάμαι -
μα να θέλω
να σου πώ, πως δεν πρόλαβα
και πως
εσύ πρέπει να μάθεις
να μην
κατεβαίνεις στο δρόμο
χωρίς όπλα,
όπως εγώ
- γιατί
εγώ δεν πρόλαβα -
γιατί τότε
θα χαθείς όπως κι εγώ
"έτσι"
"αόριστα"
σπασμένη
σε κομματάκια
απο θάλασσα,
χρόνια παιδικά
και κόκκινα
λάβαρα.
Ένα πρωϊ
θ' ανοίξω
την πόρτα
και θα
χαθώ
με τ' όνειρο
της επανάστασης
μες την
απέραντη μοναξιά
των δρόμων
που θα καίγονται,
μες την
απέραντη μοναξιά
των χάρτινων
οδοφραγμάτων
με τον
χαρακτηρισμό - μην τους πιστέψεις! -
Προβοκάτορας. |
 |