Τα αγαλματάκια, βλέπεις, δεν έχουν το δικαίωμα να μετακινούνται. Τα βάζουν οι άνθρωποι πάνω σε ένα ράφι. Τα ξεχνάνε. Τα θυμούνται. Τα ξεσκονίζουν που και που. Είναι άσχημη η ζωή για ένα αγαλματάκι. Βέβαια τα αγαλματάκια δεν το καταλαβαίνουν αυτό. Κάθονται εκεί ακίνητα και καμαρώνουν, καθώς οι άνθρωποι τα κοιτούν. Αυτός όμως δεν άντεχε άλλο. Αυτή η ακινησία τον έπνιγε. Η μοίρα του τον ενοχλούσε αφόρητα. Δεν μπορούσε αυτό το ράφι το καταραμένο, που πάνω του είχε καταδικαστεί, να ζει αυτή την ασήμαντη ζωή.
Με τους φίλους του το συζητούσε, που και που. "Τι τα θες" του λέγανε. "Ετσι φτιαχτήκαμε εμείς. Κοίτα να περνάς καλά, έστω κι έτσι, κι άσε τις πολλές φιλοσοφίες." "Μα ρε παιδιά," έλεγε εκείνος "πώς μπορείτε και το δέχεστε αυτό; Να καθόμαστε ακίνητα πάνω σε ένα ράφι και να μετράμε τις μέρες που περνούν, γνωρίζοντας ότι αυτή η ζωή δεν είναι ζωή αλλά μια ηλίθια διακόσμηση κάποιων ανθρώπων..."
Τα άλλα όμως αγαλματάκια δεν μπορούσαν να το καταλάβουν αυτό, ή τουλάχιστον δεν ήθελαν. Στο κάτω κάτω, γιατί να φορτώσουν το μυαλό τους με σκέψεις χωρίς αντίκτυπο. Αφού η μοίρα τους ήταν αυτή, αυτό θα κάναν. Δεν πας κόντρα στην μοίρα.
Εκείνου όμως δεν του έφευγε από το μυαλό. Είχε πλέον βαρεθεί. Κοίταζε από ψηλά κάτω το πάτωμα. Θά'ταν γύρω στα δυο μέτρα ύψος. Αν τυχόν κατάφερνε να πέσει... Το κρυσταλλένιο του σώμα θα γινόταν χίλια κομμάτια και αυτός πλέον θα περνούσε στην πολυπόθητη λύτρωσή του. Το πρωι θα βρίσκαν τα κομμάτια του οι άπονοι ιδιοκτήτες του, θα φέρναν μια σκούπα κι ένα φαράσι και θα τα πέταγαν στα σκουπίδια. Ισως και να αναρωτιόντουσαν πως έπεσε. Μπορεί να κατηγορούσαν τη γάτα, ή την υπηρέτρια, αλλά εντάξει δεν χάθηκε κι ο κόσμος. Ενα αγαλματάκι δεν είναι και τίποτα το σπουδαίο. Μόνο να έβρισκε τον τρόπο...
Δεν μπορούσε να ελπίζει σε κανένα ρεύμα αέρα. Ηταν πολύ βαρύς και άσε που δεν άνοιγαν ποτέ τα παράθυρα στο σαλόνι. Αν γινόταν ίσως κάποιος σεισμός. Αλλά και πάλι πόσο δυνατός να ήταν. Οχι όμως, ο σεισμός μπορεί να έριχνε και τους φίλους του πράγμα που δεν τό'θελε. Αφού αυτοί δεν τό'χαν αποφασίσει... Επρεπε να το κάνει μόνος του. Επρεπε να περπατήσει, μέχρι την άκρη. Κάτι τέτοιο όμως του φαινόταν ακατόρθωτο. Τα αγαλματάκια δεν μετακινούνται. Τουλάχιστον όχι εύκολα. Ασε που αυτό δεν έπρεπε να γίνει αντιληπτό από τους ανθρώπους. Θα καταστρέφονταν ισορροπίες αν κάποιος έβλεπε ένα αγαλματάκι να κινείται. Επρεπε λοιπόν να κάνει βράδυ το όλο εγχείρημα. Κοίταξε με το μάτι την απόσταση. Γύρω στα δέκα εκατοστά. Πολύς δρόμος.
Περίμενε λοιπόν να νυχτώσει. Οι άνθρωποι του σπιτιού μπαίνοβγαίναν στο σαλόνι κάνοντας τις δουλειές τους, χωρίς να ασχολούνται με τα αγαλματάκια τους. Δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι κάποιο από αυτά, μόλις αυτοί πέφταν να κοιμηθούν θα ξεκίναγε τον μακρύ του δρόμο των δέκα εκατοστών.
Ηρθε λοιπόν το βράδυ και ένας ένας οι άνθρωποι πηγαίναν να κοιμηθούν. Ο τελευταίος έσβησε και την λάμπα. Το σαλόνι φωτίστηκε από το φως του φεγγαριού, που πέρναγε από τα μισόκλειστα εξώφυλλα. Ιδανικός φωτισμός για την περίσταση σκέφτηκε αυτός και χαμογέλασε πικρόχολα. Ηταν έτοιμος τώρα. Συσπειρώνοντας όλες τις δυνάμεις του έκανε την πρώτη κίνηση. Μισό χιλιοστό. Πολύ λίγο. Δεν απογοητεύτηκε όμως. "Σιγά σιγά " σκέφτηκε. "Εχω όλη τη νύκτα".
"Τι κάνεις εκεί," των ρώτησε η φίλη του. Κοντοστάθηκε. "Φεύγω" της είπε. "Πως φεύγεις δηλαδή;" τον ρώτησε εκείνη απορημένη. "Τα αγαλματάκια δεν φεύγουν. Τα αγαλματάκια κάθονται και τα κοιτάνε". "Εγώ φεύγω" επανέλαβε εκείνος. "Και που πας, παρακαλώ;" Δεν μίλησε. Κάθησε λίγο και την κοίταξε. Ετσι όπως την φώτιζε το φεγγάρι, του φάνηκε πολύ όμορφη. Θυμήθηκε όταν την πρωτοείχαν βάλει στο ράφι έτσι λεπτεπίλεπτη και μικρή, την είχε ερωτευτεί. Από τότε κάναν παρέα και τουλάχιστον μέσα σε αυτή εύρισκε ένα μικρό νόημα για τη ζωή του. Τώρα όμως είχε πάρει την απόφασή του. Δεν θα άφηνε τους συναισθηματισμούς του να τον συγκρατήσουν από την πραγματική του επιθυμία: Την πτώση στο κενό.
Ολη νύκτα λοιπόν, αργά αργά, κινούταν προς την άκρη του ραφιού. Είχε κουραστεί πολύ, αλλά αυτό δεν τον σταματούσε. Μόλις άρχισε να χαράζει έξω, και αυτός είχε ήδη βγει ο μισός. Εκεί στην άκρη του ραφιού. Μόνο δυο χιλιοστά ακόμα. Εκανε τα τελευταία βήματά εξαντλημένος. Τώρα είχε αρχίσει να γέρνει και να τραμπαλίζεται. Ωστε έφτασε λοιπόν η στιγμή που περίμενε. Ενας φόβος τον πλημμύρισε. Λες να κάνω λάθος; Κοίταξε κάτω το πάτωμα σκληρό και κρύο που τον περίμενε. Γύρισε το κεφάλι του προς την φίλη του. "Αντίο" της είπε με τη φωνή του να τρέμει. "Γεια σου" του είπε κι αυτή ανέμελα.
Εμενε η τελευταία κίνηση. Η βουτιά προς το θάνατο, προς την ελευθερία. Κάτι μέσα του όμως αρνιόταν να συνεχίσει. Ακινητοποιήθηκε. Εσφιξε τα δόντια του. Εκανε άλλη μια προσπάθεια, όμως τίποτα. Τα πόδια του είχαν παγώσει εκεί στην άκρη. Δεν μπορούσε να το πιστέψει. Κάτι τον συγκρατούσε. Αφησε μια κραυγή οδύνης και απογοήτευσης. Σκέφτηκε ότι σε λίγο θα ξύπναγαν οι ανθρωποι και θα τον έβλεπαν εκεί στην άκρη έτοιμο να πέσει. Θα έτρεχαν τότε γρήγορα γρήγορα να τον σώσουν και θα τον ξανάβαζαν βαθειά μέσα στο ράφι. Οχι αυτό δεν θα μπορούσε να το αντέξει. Μακάρι να τον βοηθούσε κάποιος να πέσει...
Εκείνη λοιπόν τη στιγμή, μέσα από τις γρύλλιες του εξωφύλλου ξεπήδησε μια ακτίνα ήλιου. Πετάχτηκε γρήγορα (με την ταχύτητα του φωτός) μέσα στο δωμάτιο και έπεσε πάνω σε ένα καθρέφτη-αντίκα στον τοίχο. Ανατανακλάστηκε και βρέθηκε στην άλλη άκρη του δωματίου, όπου ακουμπώντας στην γυάλινη επιφάνεια μιας φωτογραφίας, έφυγε πάλι προς την άλλη άκρη, προς τη μεριά του ραφιού. Περνώντας δίπλα του του ψιθύρισε στο αυτί. "Ερχομαι". Και η τελική αντανάκλαση στο ασημένιο σώμα μιας πιατέλας την επέστρεψε πάνω ακριβώς στην πλάτη του. Οπότε με μια απαλή κίνηση τον έσπρωξε γλυκά προς το κενό. "Σ'ευχαριστώ" της είπε αυτός ευτυχισμένος, καθώς άρχισε να φεύγει μπροστά.
Και έτσι το κρυστάλλινο αγαλματάκι, μέσα στις πρώτες πρωινές ώρες, άλλης μιας όμορφης ημέρας, χωρίς μια προφανή αιτία, χωρίς κάποιον ένοχο έγινε χίλια κομμάτια στο πάτωμα του σαλονιού, ξυπνώντας τους ανθρώπους του σπιτιού με τον θόρυβο της απελευθέρωσής του.