…ο κύριος Χ περιφέρεται άσκομα τα βράδια σε αναπολήσεις και θεατρικές παραστάσεις της ζωής του. Στο επάγγελμα είναι γλύπτης και τον τελευταίο καιρό είναι αφοσιωμένος στο τελευταίο του έργο. Δείχνει ενθουσιασμό σαν να πρόκειτε για κάτι μοναδικό στη ζωή του αλλά κατβάθος αισθάνεται το μάταιο βλέμα του χρόνου σε κάθε χτύπημα, σε κάθε χαρακιά πάνω στο μάρμαρο που φιλοτεχνεί. Και αποφάσισε να είναι μάρμαρο λευκό σαν το φώς για δικους του λόγους. Γοητευμένος και κάτι σαστησμένος, ανέκφραστος μα με όψη που προδίδει θάνατο και πυρετό σ' ένα  καλά ψαγμένο μα μπερδεμένο μυαλό, απλώνει με δέος την βαρετή του τεχνική στο τελευταίο του, το μοιραίο έργο.

Το πρώτο έργο ενός καλλιτέχνη μπορεί να μην είναι ότι καλύτερο, διαθέτει όμως μια συναισθηματική αξία μεταβλητού βαθμού, εξαρτώμενη από την ίδια την ψυχή του δημιουργού. Από την άλλη, το καλύτερο έργο είναι πάλι αυτό για το οποίο υπεροπτικά ατενίζει παρελθόν παρόν και μέλλον και στέκεται περήφανα στο βάθρο της επιτυχίας. Το τελευταίο έργο όμως εμπεριέχει κάτι πιο έντονο και από το πρώτο και από το καλύτερο. Εμπεριέχει την ουσία του "τελευταίου", του "χωρίς επιστροφή", γίνεται αγγελιοφόρος ενός μεγάλου φόβου, ενός σημαντικού  γεγονότος. Γίνεται το ίδιο το έργο δημιουργός και καλλιτέχνης και έργο του είναι ο ίδιος ο καλλιτέχνης που το επεξεργάζεται. Υπάρχει μια μυστική επικοινωνία, μια επαφή που επιτρέπει να   μελετά ο ένας τον άλλο να παίρνει ψυχή, ανάσα ζωής από την ζωή του άλλου.
Το τελευταίο έργο εξοστρακίζει τον δημιουργό στη βαθύτερη μνήμη του. Περιέχει κάτι απ'όλα τα προγενέστερα και διαθέτει μια ψυχή φτιαγμένη με σοφία από τις ψυχές όλων όσων προϋπήρξαν. Το τελευταίο έργο γίνεται ο τελευταίος εκπρόσωπος. Εκπέμπει μια ενέργεια διαφορετική καθώς γίνεται συνειδητά ο συλλέκτης κρίσεων και αποσμασμάτων ζωής. Φέρνει το τελευταίο και σοφότερο μύνημα. Ατενίζει ζωή και θάνατο με μάτια ήσυχα, σιωπηλά ρουφώντας τον δημιουγό του και πέρνοντας τις τελευταίες του στιγμές.

Όταν το έργο τίνει στο τέλος του, το πάθος και η ένταση χάνονται και μια περίεργη ηρεμία, σαν αυτή που βιώνει κανείς τις πρώτες ώρες μετά το τέλος, το οποιδήποτε τέλος, απλώνεται στον χώρο. Όλα τώρα δείχνουν να έχουν ολοκληρωθεί και μοιάζουν όμορφα ήρεμα. Όμως εκείνο το κενό που πάντα συντροφεύει τη ζωή του ακόμα και τώρα συνεχίζει να υάρχει. Αόριστο όπως πάντα, χωρίς μορφή και χρώμα, σαν σκιά που τρυπώνει στις καρδιές, δίχως τέλος.
Μείνανε τώρα να κοιτάζει ο ένας τον άλλο. Δείχνουν φίλοι και γνωστοί και ο δημιουργός γνωρίζει ότι το τελευταίο του έργο είναι μια αντανάκλαση του ευατού του, γιατί,ακριβώς επειδή είναι το τελευταίο, περιέχει το χρώμα μιας αίσθησης, ενός συναισθηματος απο μια γενικότερη εμπειρία ζωής. Μα ακόμα και έτσι, είναι αλήθεια πως, αυτό το τελευταίο έργο με την ολοκλήρωσή του έφερε μαζί και τον θάνατο του δημιουργού του. Και είναι επίσης αλήθεια ότι το έργο θα συνεχίσει να υπάρχει και μετά το θάνατο του καλλιτέχνη. Θα είναι ο απόγονος του που θα διατηρεί στο χρόνο την ψυχή και τα αισθήματα, τον προσωπικό εκείνο κόσμο του δημιουργού που έγινε αιτία της ύπαρξης του.

Όμως κανείς δεν καταλαβαίνει ποτέ και τίποτα και έτσι εκείνοι που θα δούν αργότερα το συγκεκριμνένο έργο θα το θαυμάσουν όχι γι'αυτό που πραγματικά εκφράζει αλλά γι'αυτό που εκείνοι νομίζουν ότι εκφράζει. Θα προβάλουν πάνω του ο καθένας την δικιά του εμπειρία ζωής, το δικό του χρώμα. Θα του δώσουν την προσωπική τους κρίση, θα το βαπτίσουν με κάποιο όνομα και θα διακρίνουμε σε αυτό, δικά τους όμοια, ότι και αν είναι αυτά. Θα το μετενσαρκώσουν σε αυτό που εκείνοι θα'θελαν   και θα το λούσουν με τα δικά τους αποσπάσματα ζωής. Το έργο θα χάσει την αρχική του ταυτόττητα και θα γίνει φορέας συναισθηματικών αντανακλάσεων, διαφορετικών από τον αρχικό δημιουργό.
 
 

Ο καλλιτέχνης στέκεται τώρα ήσχυα στην γωνία και περιεργάζεται το έργο του από μια γωνία που το κάνει να μοιάζει μεγαλοπρεπές. Δεν γνωρίζει ακριβώς τι μορφή έχει, ξέρει όμως πως και εκείνο τον παρακολουθεί επίσης. Υπάρχει μεταξύ τους μια σχέση μοναδική, ανεξερεύνητη σαν θρησκευτικό μυστήριο που κρύβει καλά το μυστικό του. Ο δημιουργός γνωρίζει όμως καλά πως σε λίγο θα πεθάνει και γνωρίζει ακόμα ότι ο απόγονος του μιλάει μια γλώσσα που μόνο αυτός καταλαβαίνει . Ξέρει επίσης ότι αργότερα θα μάθει να μιλάει τις γλώσσες άλλων και έτσι κατα κάποιο τρόπο θα πάψει να είναι δικός του απόγονος, θα πάψει να είναι ο δικός του φορέας ζωής και θα μετατραπεί σε κάτι που οι άλλοι θα μετατρέψουν.

Είναι λοιπόν αυτή η μοίρα της τέχνης. Να μην έχει ταυτότητα αλλά να γίνεται κάθε φορά η ταυτότητα και ο εκφραστής της συναισθηματικότητας του καθενός. Αγκαλιάζει την προσωπικότητα που ο καθένας της προσδίδει με την δική του αντίληψη και κρίση και έτσι γίνεται εκπρόσωπος άπειρων ψυχών. Και είναι αυτό ίσως που τηνκάνει διαχρονική και μοναδική μα συνάμα τόσο μάταιη και απελπιστικά ανέκφραστη πίσω από τις μάσκες.  Ποιός όμως γνωρίζει παραγματικά την γεννεσιουργό αιτία ενός έργου ;  Κανείς άλλος εκτός του ίδιου του δημιουργού. Και ίσως και ο ίδιος να μην το γνωρίζει καλά γιατί την ίδια στιγμή που δημιουργεί, δημιουργείται, μεταβάλλεται και αλλάζει.

Φαίνεται πως ο Χ γνωρίζει όσα είπαμε παραπάνω και έτσι αποφάσισε να πάρει το έργο του και να πάει σε ενα παλιό αγαπημένο μέρος κάπου κοντά στο βουνό. Συνήθιζε να πηγαίνει εκεί όταν ήταν παιδί και κοιτούσε την πόλη από ψηλά τα βράδια. Είχε μια γοητεία αυτή η θέα και μια νοσταλγία για κάτι που ποτέ δεν κατάλαβε. Σκαρφάλωσε λίγο ψηλότερα κοντοστάθηκε για λίγο χάζεψε τον ορίζοντα και ύστερα κάθησε. Κοίταξε σιωπηλά τον κόσμο που απλωνότανε πάντα ο ίδιος από κάτω του και πέταξε το έργο του με όση δύναμη είχε πρός αυτόν τον κόσμο, πρός αυτή την θέα που έβλεπε χρόνια τώρα. Το έργο έπεσε πάνω στα βράχια που απλώνονταιν κάτω από το ύψωμα και τα κομμάτια του πετάχτηκαν πρός κάθε κατεύθυνση και χάθηκαν, όπως χάνονται τα πάντα, και τα κομμάτια αυτά πάψανε πια να είναι έργο αλλά γινήκανε μικρά λευκά κομμάτια μάρμαρου. Και ίσως κάποιος, κάποια μέρα, να βρεί κάτι από αυτά μα ποτέ δεν θα μάθει...

Και είναι ίσως αλήθεια ότι κάθε τι "δυνατό" είναι και καταστροφικό. Οπως το τελευταίο έργο το μοιραίο. Κάθε τι που το χαρακτιρίζει η δύναμη και το βάθος της ίδιας μας της ψυχής μπορεί να είναι ταυτόχρονα πηγή δημιουργίας και καταστροφής. Και συνήθως συμβαίνουν και τα δύο διαδοχικά και με σειρά που μοιάζει όπως η σειρά των πιο έντονων πραγμάτων στη ζωή. Πρώτα η γεμάτη ενθουσιασμό εικόνα και ύστερα η πλήξη και η θλίψη ενός μεγαλείου θανάτου αυτοκαταστροφής.

Στάθηκε λίγο, δάκρυσε, άπλωσε τα χέρια του στο χώμα, έριξε μια ματιά στον ουρανό και αφέθηκε στη  νοσταλγία της θέας  που απλωνότανε ήρεμα από κάτω του. Τότε θυμήθηκε ένα σύνθημα που είδε κάποτε γραμμένο σε κάποιο τοίχο. "Εποχές μάταιων επιδόσεων" ... και σκέφτηκε ότι ίσως καταβάθος να είναι έτσι και γι'αυτόν. Υστερα ξάπλώσε λίγο και έγυρε, έκλεισε τα μάτια και ονειρεύτικε, ονειρεύτικε μια θάλλασα και   χάθηκε στον ορίζοντα του μώβ. Και εκεί που κάθεται, εκείνο το αόριστο κενό που κατοικεί σιωπηρά σε κάποια γωνιά του μυαλού δεν λέει να φύγει, και επιμένει να υπάρχει και επιμένει να σιωπά. Αιώνιος σύντροφος στο παρασκήνιο της ζωής γιατί απλά ποτέ κανείς δεν κατάλαβε τίποτα...
Και το κέιμενο αυτό θα χάσει την αρχική αυθεντικότητα και θα γίνει εκφραστής των δικών σας ψυχών, θα χρωματιστεί με τα δικά σας χρώματα και θα μιλίσει την δική σας γλώσσα, μα ποτέ κανείς δεν θα μάθει την πραγματική γεννεσιουργό αιτία της ύπαρξης του...μια ιστορία δίχως τέλος...

...απόσπασμα από τους παρακμιακούς μονολόγους
 
 

"DARKNEZZ"


 
 



1