TO WAKE UP |
||
PRESENT |
FUTURE |
PAST |
ξυπνάω [or ξυπνώ] |
θα ξυπνήσω | ξύπνησα |
ξυπνάς | θα ξυπνήσεις | ξύπνησες |
ξυπνάει [or ξυπνά] |
θα ξυπνήσει | ξύπνησε |
ξυπνάμε [or ξυπνούμε] |
θα ξυπνήσουμε [or θα ξυπνήσομε] |
ξυπνήσαμε |
ξυπνάτε | θα ξυπνήσετε | ξυπνήσατε |
ξυπνάν(ε) [or ξυπνούν(ε)] |
θα ξυπνήσουν(ε) | ξύπνησαν [or ξυπνήσαν(ε)] |