TO BE THIRSTY |
||
PRESENT |
FUTURE |
PAST |
διψάω [or διψώ] |
θα διψάσω | δίψασα |
διψάς | θα διψάσεις | δίψασες |
διψάει [or διψά] |
θα διψάσει | δίψασε |
διψάμε [or διψούμε] |
θα διψάσουμε [or θα διψάσομε] |
διψάσαμε |
διψάτε | θα διψάσετε | διψάσατε |
διψάν(ε) [or διψούν(ε)] |
θα διψάσουν(ε) | δίψασαν [or διψάσαν(ε)] |