TO BE THIRSTY

PRESENT

FUTURE

PAST

διψάω
[or διψώ]
θα διψάσω δίψασα
διψάς θα διψάσεις δίψασες
διψάει
[or διψά]
θα διψάσει δίψασε
διψάμε
[or διψούμε]
θα διψάσουμε
[or θα διψάσομε]
διψάσαμε
διψάτε θα διψάσετε διψάσατε
διψάν(ε)
[or διψούν(ε)]
θα διψάσουν(ε) δίψασαν
[or διψάσαν(ε)]

1