TO TELEPHONE

PRESENT

FUTURE

PAST

τηλεφωνώ θα τηλεφωνήσω τηλεφώνησα
τηλεφωνείς θα τηλεφωνήσεις τηλεφώνησες
τηλεφωνεί θα τηλεφωνήσει τηλεφώνησε
τηλεφωνούμε θα τηλεφωνήσουμε τηλεφωνήσαμε
τηλεφωνείτε θα τηλεφωνήσετε τηλεφωνήσατε
τηλεφωνούν(ε) θα τηλεφωνήσουν(ε) τηλεφώνησαν
[or τηλεφωνήσαν(ε)]

1