TO SPEAK

PRESENT

FUTURE

PAST

μιλάω
[or μιλώ]
θα μιλήσω μίλησα
μιλάς θα μιλήσεις μίλησες
μιλάει
[or μιλά]
θα μιλήσει μίλησε
μιλάμε
[or μιλούμε]
θα μιλήσουμε
[or θα μιλήσομε]
μίλησαμε
μιλάτε θα μιλήσετε μίλησατε
μιλάν(ε)
[or μιλούν(ε)]
θα μιλήσουν(ε) μίλησαν(ε)

1