TO SMOKE

PRESENT

FUTURE

PAST

καπνίζω θα καπνίσω κάπνισα
καπνίζεις θα καπνίσεις κάπνισες
καπνίζει θα καπνίσει κάπνισε
καπνίζουμε
[or καπνίζομε]
θα καπνίσουμε
[or θα καπνίζομε]
καπνίσαμε
καπνίζετε θα καπνίσετε καπνίσατε
καπνίζουν(ε) θα καπνίσουν(ε) κάπνισαν
[or καπνίσαν(ε)]

1