TO SIT

PRESENT

FUTURE

PAST

κάθομαι θα κάτσω
[or θα καθίσω]
έκατσα
[or κάθισα]
κάθεσαι θα κάτσεις
[or θα καθίσεις]
έκατσες
[or κάθισες]
κάθεται θα κάτσει
[or θα καθίσει]
έκατσε
[or κάθισε]
καθόμαστε θα κάτσουμε
[or θα καθίσουμε]
κάτσαμε
[or καθίσαμε]
 κάθεστε
[or καθόσαστε]
θα κάτσετε
[or θα καθίσετε]
κάτσατε
[or καθίστε]
κάθονται θα κάτσουν(ε)
[or θα καθίσουν(ε)]
έκατσαν
[or κάτσαν(ε) or κάθισαν or καθίσαν(ε)]

1