TO READ

PRESENT

FUTURE

PAST

διαβάζω θα διαβάσω διάβασα
διαβάζεις θα διαβάσεις διάβασες
διαβάζει θα διαβάσει διάβασε
διαβάζουμε
[or διαβάζομε]
θα διαβάσουμε
[or θα διαβάσομε]
διαβάσαμε
διαβάζετε θα διαβάσετε διαβάσατε
διαβάζουν(ε) θα διαβάσουν(ε) διάβασαν
[or διαβάσαν(ε)]

1