TO PREPARE

PRESENT

FUTURE

PAST

ετοιμάζω θα ετοιμάσω ετοίμασα
ετοιμάζεις θα ετοιμάσεις ετοίμασες
ετοιμάζει θα ετοιμάσει ετοίμασε
ετοιμάζουμε
[or ετοιμάζομε]
θα ετοιμάσουμε
[or θα ετοιμάσομε]
ετοιμάσαμε
ετοιμάζετε θα ετοιμάσετε ετοιμάσατε
ετοιμάζουν(ε) θα ετοιμάσουν(ε) ετοίμασαν
[or ετοιμάσαν(ε)]

1