TO PAY

PRESENT

FUTURE

PAST

πληρώνω θα πληρώσω πλήρωσα
πληρώνεις θα πληρώσεις πλήρωσαες
πληρώνει θα πληρώσει πλήρωσε
πληρώνουμε
[or πληρώνομε]
θα πληρώσουμε
[or θα πληρώσομε]
πληρώσαμε
πληρώνετε θα πληρώσετε πληρώσατε
πληρώνουν(ε) θα πληρώσουν πλήρωσαν
[or πληρώσαν(ε)]

1