TO LOOK AT

PRESENT

FUTURE

PAST

κοιτάζω θα κοιτάξω κοίταξα
κοιτάζεις θα κοιτάξεις κοίταξες
κοιτάζει θα κοιτάξει κοίταξε
κοιτάζουμε
[or κοιτάζομε]
θα κοιτάξουμε
[or θα κοιτάξομε]
κοιτάξαμε
κοιτάζετε θα κοιτάξετε κοιτάξατε
κοιτάζουν(ε) θα κοιτάξουν(ε) κοίταξαν
[or κοιτάξαν(ε)]

1