TO LOOK AFTER

PRESENT

FUTURE

PAST

προσέχω θα προσέξω πρόσεξα
προσέχεις θα προσέξεις πρόσεξες
προσέχει θα προσέξει πρόσεξε
προσέχουμε
[or προσέχομε]
θα προσέξουμε
[or θα προσέξομε]
προσέξαμε
προσέχετε θα προσέξετε προσέξατε
προσέχουν(ε) θα προσέξουν(ε) πρόσεξαν
[or προσέξαν(ε)]

1