TO LISTEN

PRESENT

FUTURE

PAST

ακούω θα ακούσω άκουσα
ακούς θα ακούσεις άκουσες
ακούει θα ακούσει άκουσε
ακούουμε θα ακούσουμε
[or θα ακούσομε]
ακούσαμε
ακούτε θα ακούσετε ακούσατε
ακούν(ε) θα ακούσουν(ε) άκουσαν
[or ακούσαν(ε)]

1