TO BE HUNGRY

PRESENT

FUTURE

PAST

πεινάω
[or πεινώ]
θα πεινάσω πείνασα
πεινάς θα πεινάσεις πείνασες
πεινάει
[or πεινά]
θα πεινάσει πείνασε
πεινάμε
[or πεινούμε]
θα πεινάσουμε
[or θα πεινάσομε]
πεινάσαμε
πεινάτε θα πεινάσατε πεινάσατε
πεινάν(ε)
[or πεινούν(ε)]
θα πεινάσουν(ε) πείνασαν
[or πεινάσαν(ε)]

1