TO DRIVE |
||
PRESENT |
FUTURE |
PAST |
οδηγώ | θα οδηγήσω | οδήγησα |
οδηγείς | θα οδηγήσεις | οδήγησες |
οδηγεί | θα οδηγήσει | οδήγησε |
οδηγούμε | θα οδηγήσουμε | οδηγήσαμε |
οδηγείτε | θα οδηγήσετε | οδηγήσατε |
οδηγούν(ε) | θα οδηγήσουν(ε) | οδήγησαν [or οδηγήσαν(ε)] |