TO COUGH
PRESENT
FUTURE
PAST
βήχω
θα βήξω
έβηξα
βήχεις
θα βήξεις
έβηξες
βήχει
θα βήξει
έβηξε
βήχουμε
[or βήχομε]
θα βήξουμε
[or θα βήξομε]
βήξαμε
βήχετε
θα βήξετε
βήξατε
βήχουν(ε)
θα βήξουν(ε)
έβηξαν
[or βήξαν(ε)]