TO COUGH

PRESENT

FUTURE

PAST

βήχω θα βήξω έβηξα
βήχεις θα βήξεις έβηξες
βήχει θα βήξει έβηξε
βήχουμε
[or βήχομε]
θα βήξουμε
[or θα βήξομε]
βήξαμε
βήχετε θα βήξετε βήξατε
βήχουν(ε) θα βήξουν(ε) έβηξαν
[or βήξαν(ε)]

1