TO COPY |
||
PRESENT |
FUTURE |
PAST |
αντιγράφω | θα αντιγράψω | αντέγραψα |
αντιγράφεις | θα αντιγράψεις | αντέγραψες |
αντιγράφει | θα αντιγράψει | αντέγραψε |
αντιγράφουμε [or αντιγράφομε] |
θα αντιγράψουμε [or θα αντιγράψομε] |
αντιγράψαμε |
αντιγράφετε | θα αντιγράψετε | αντιγράψατε |
αντιγράφουν(ε) | θα αντιγράψουν(ε) | αντέγραψαν [or αντιγράψαν(ε)] |