TO COOK |
||
PRESENT |
FUTURE |
PAST |
μαγειρεύω | θα μαγειρέψω | μαγείρεψα |
μαγειρεύεις | θα μαγειρέψεις | μαγείρεψες |
μαγειρεύει | θα μαγειρέψει | μαγείρεψε |
μαγειρεύουμε [or μαγειρεύομε] |
θα μαγειρέψουμε [or θα μαγειρέψομε] |
μαγειρέψαμε |
μαγειρεύετε | θα μαγειρέψετε | μαγειρέψατε |
μαγειρεύουν(ε) | θα μαγειρέψουν(ε) | μαγείρεψαν [or μαγειρέψαν(ε)] |