TO COOK

PRESENT

FUTURE

PAST

μαγειρεύω θα μαγειρέψω μαγείρεψα
μαγειρεύεις θα μαγειρέψεις μαγείρεψες
μαγειρεύει θα μαγειρέψει μαγείρεψε
μαγειρεύουμε
[or μαγειρεύομε]
θα μαγειρέψουμε
[or θα μαγειρέψομε]
μαγειρέψαμε
μαγειρεύετε θα μαγειρέψετε μαγειρέψατε
μαγειρεύουν(ε) θα μαγειρέψουν(ε) μαγείρεψαν
[or μαγειρέψαν(ε)]

1