TO COME IN
PRESENT
FUTURE
PAST
μπαίνω
θα μπω
μπήκα
μπαίνεις
θα μπείς
μπήκες
μπαίνει
θα μπεί
μπήκε
μπαίνουμε
[or μπαίνομε]
θα μπούμε
μπήκαμε
μπαίνετε
θα μπείτε
μπήκατε
μπαίνουν(ε)
θα μπούν
μπήκαν(ε)