TO COME IN

PRESENT

FUTURE

PAST

μπαίνω θα μπω μπήκα
μπαίνεις θα μπείς μπήκες
μπαίνει θα μπεί μπήκε
μπαίνουμε
[or μπαίνομε]
θα μπούμε μπήκαμε
μπαίνετε θα μπείτε μπήκατε
μπαίνουν(ε) θα μπούν μπήκαν(ε)

1