TO CLOSE

PRESENT

FUTURE

PAST

κλείνω
[or κλείω]
θα κλείσω έκλεισα
κλείνεις θα κλείσεις έκλεισες
κλείνει θα κλείσει έκλεισε
κλείνουμε
[or κλείνομε]
θα κλείσουμε
[or θα κλείσομε]
κλείσαμε
κλείνετε θα κλείσετε κλείσατε
κλείνουν(ε) θα κλείσουν έκλεισαν
[or κλείσαν(ε)]

1