TO CHOOSE

PRESENT

FUTURE

PAST

διαλέγω θα διαλέξω διάλεξα
διαλέγεις θα διαλέξεις διάλεξες
διαλέγει θα διαλέξει διάλεξε
διαλέγουμε θα διαλέξουμε
[or θα διαλέξομε]
διαλέξαμε
διαλέγετε θα διαλέξετε διαλέξατε
διαλέγουν(ε) θα διαλέξουν(ε) διάλεξαν
[or διαλέξαν(ε)]

1