TO CHOOSE |
||
PRESENT |
FUTURE |
PAST |
διαλέγω | θα διαλέξω | διάλεξα |
διαλέγεις | θα διαλέξεις | διάλεξες |
διαλέγει | θα διαλέξει | διάλεξε |
διαλέγουμε | θα διαλέξουμε [or θα διαλέξομε] |
διαλέξαμε |
διαλέγετε | θα διαλέξετε | διαλέξατε |
διαλέγουν(ε) | θα διαλέξουν(ε) | διάλεξαν [or διαλέξαν(ε)] |