TO BECOME
PRESENT
FUTURE
PAST
γίνομαι
θα γίνω
έγινα
γίνεσαι
θα γίνεις
έγινες
γίνεται
θα γίνει
έγινε
γινόμυν(α)
θα γίνουμε
[or θα γίνομε]
γίναμε
γινόσουν(α)
θα γίνετε
γίνατε
γινόταν(ε)
θα γίνουν(ε)
έγιναν
[or γίναν(ε)]