TO ARRIVE

PRESENT

FUTURE

PAST

φτάνω
[or φθάνω]
θα φτάσω έφτασα
φτάνεις θα φτάσεις έφτασες
φτάνει θα φτάσει έφτασε
φτάνουμε
[or φτάνομε]
θα φτάσουμε
[or θα φτάσομε]
φτάσαμε
φτάνετε θα φτάσετε φτάσατε
φτάνουν(ε) θα φτάσουν(ε) έφτασαν
[or φτάσαν(ε)]

1