Η ιστορία ξεκινάει από την τυχαία συνάντηση του Πάυλου με έναν σκύλο σε κάποιο σταθμό του ηλεκτρικού. Χωρίς να το πολυσκεφτεί ο Πάυλος έδωσε ένα μικρό κομμάτι από το σάντουϊτς που έτρωγε μάλλον από συνήθεια και όχι επειδή πραγματικά πεινούσε, στον άγνωστο σκύλο και εκείνος, ο τελευταίος αποφάσισε να τον ακολουθήσει. Ο Πάυλος αγαπούσε τα σκυλιά και με κάθε ευκαιρία έπαιζε μαζί τους και τους έδινε πάντα κάτι να φάνε όταν είχε. Μοιάζει σαν να είχαν κάτι κοινό, σαν να τους συνέδεε μια φιλία παλιά και άφθαρτη από το πέρασμα του χρόνου και ήταν κάπως έτσι και για τους δύο γιατί και ο σκύλος έδειχνε να νιώθει άνετα μαζί του κουνόντας χαρούμενα την ουρά του.

Οι δυό τους περπάτησαν μαζί, μπροστά ο Παύλος και πίσω ο άγνωστος φίλος του που έδειχνε να τον ακολουθεί πιστα. Φτάσανε σ' ένα μικρό πάρκο όπου η ζωή ακτινοβολούσε ελπίδα επιβίωσης στα πρόσωπα των μικρών παιδιών που παίζανε εκεί. Ο Παύλος κάθησε σ' ένα παγκάκι, αναστέναξε λίγο, σαν κάτι να 'θελε να πει μα δεν το 'πε και αφέθηκε στην ηρεμία του μικρού πάρκου. Κάθισε και ο σκύλος, ξάπλωσε. Ο Πάυλος έσκυψε, σήκωσε ενα ξύλο και το πέταξε μακριά , "τρέχα γρήγορα" είπε του σκύλου και αυτός κουνόντας χαρούμενα την ουρά του που κάποιος έπαιζε μαζί του έτρεξε αμέσως και με όση δύναμη είχε. Και έδειχνε να είναι ευτυχισμένος, μεθυσμένος από χαρά, ποιος να ξέρει πόσο καιρό είχε να παίξει άραγε. Και ετρεξε ο σκύλος και δεν πρόσεξε μέσα στην μεθυσμένη του χαρά και έπεσε νεκρός κάτω από τις ρόδες ενός ατοκινήτου.
Ο Πάυλος σάστησε, είδε την σκηνή θανάτου και κατα κάποιο τρόπο αισθάνθηκε λίγο ένοχος. Ήταν αυτός που διέταξε τον σκύλο να πάει εκεί για να πιάσει το ξύλο. Έμεινε άφωνος, κοίταξε με θλίψη τον θάνατο. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα, έμεινε ακίνητος  να κοιτά. Κι όμως  η ταραχή του οδηγού έμοιαζε να  ήταν μεγαλύτερη και έδειχνε να λυπάται πιο πολύ από τον Παύλο, μα είναι αλήθεια ότι ο Παύλος αγαπούσε τα σκυλιά πραγματικά.

Ύστερα έστριψε, έφυγε, χάθηκε στα στενά της πόλης μοναχός του. Ο σκύλος έμεινε εκεί νεκρός μέχρι που κάποιο φορτηγό του δήμου τον μάζεψε.
 

Ο Παύλος ίσως να έχει ξεχάσει πιά τον σκύλο όπως συνηθίζουν να ξεχνάνε οι άνθρωποι. Ξέρει όμως ότι ο σκύλος στην ουσία δεν υπήρξε ποτέ. Ήταν απλά ένα κομμάτι ζωής, ένα απόσπασμα μεταμφιεσμένο, που τον δίδαξε κάποιο μυστικό. Ίσως ούτε ο Παύλος να υπήρξε ποτέ, ίσως να ήταν το άλλο κομμάτι, το έτερον ήμισυ της ζωής, που για λίγο σμίξανε, νιώσανε κάτι και ύστερα πεθάνανε με απορία...
.....

Μια κοπέλα που δούλευε στον δήμο, έθαψε τον σκύλο σε ένα μέρος ήσυχο, γαληνιο και άφησε   κάτι. Κάτι που είχε γράψει μια νύχτα για κάποιον, κάποιον που έφυγε και χάθηκε για πάντα και θυμάτε να έλεγε  πως αγαπούσε τα σκυλιά ...

Πολύς, καιρός βαρύς, σκούρος
στα του καθρέφτη σου να ψάχνεις
σε αλήτες καιρούς που σε ξεχάσαν
και σε κάναν να ξεχάσεις

Και να προδώσεις, εύκολο, μα κρατάς
την μνήμη θυσιάζεις και αλλάζεις
χρόνου καμώματα και προσπερνάμε
αλλοίμονο σε αυτούς που πίσω μένουν
έστω για λίγο, χαθήκανε...

μα ίσως, αναζητώ, ν' αναζητάς
μια χρονοπαγίδα που ζήσαμε και
σ' άπλυτα, βρώμικα νερά ξεχάσαμε
απλά, στα του χρόνου, προσπάθησε
να μην ξεχνάς και να θυμάσαι...

να θυμάσαι της ζωής σου τ' αποκόμματα...
 
 
 
 
  1